Το έχω δει αυτό το βλέμμα. Τρέχει στον νου μου σαν το αίμα των προγόνων μου που κυλά στις φλέβες μου: των ξένων, των ανεπιθύμητων, των προσφύγων.

Βλέμμα απόγνωσης, αγωνίας, τρόμου και πανικού στα μάτια της Μικρασιάτισσας προγιαγιάς μου, Βασιλικής Χατζηαλεξίου. Με κοιτάζει κάθε φορά μέσα από μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, κορνιζαρισμένη στο σαλόνι του πατρικού, «φαγωμένη» από τον χρόνο. Μα το πονεμένο βλέμμα της παραμένει πεισματικά αφάγωτο, σαν να μου μιλά για να θυμάμαι, σαν να μου υπενθυμίζει ότι δεν πρέπει ποτέ να ξεχνώ την αλήθεια του κάθε ξεριζωμένου και το ψέμα του κάθε «πατριώτη».

Πεταμένη στ’ αμπάρι ενός πλοίου, με τέσσερα μωρά στην αγκαλιά, έφτασε στην Ελλάδα. Είχε ελπίδες, έλεγε. Ότι οι Παλαιοελλαδίτες θ’ άνοιγαν την αγκαλιά τους να τους καλοδεχτούν, τα σπίτια τους να τους φιλέψουν και τις καρδιές τους να μαλακώσουν τον πόνο τους. Πως θα ’βρισκε μια δουλειά αντάξια με εκείνη της χαμένης πατρίδας κι ένα σπίτι γεμάτο ουρανό να μπαίνει απ’ τα παράθυρα. Γελάστηκε. Σαν πάτησε το πόδι της στη γη των γραικών αντίκρισε παλάμες κλειστές, καρδιές σφραγισμένες, απαξίωση και μίσος. Την πέταξαν μαζί με τα τέσσερα παιδιά της σ’ ένα υπόγειο στον συνοικισμό Χαροκόπου στην Καλλιθέα. Σαν «κομμάτια». Σαν «σφαχτά». Απ’ το παράθυρο έβλεπε μόνο πόδια να πηγαινοέρχονται και κάτουρα σκύλων να κυλούν στα τζάμια. Έπιασε δουλειά ως παραδουλεύτρα. Η Ελληνίδα κυρία την αποκαλούσε «παστρικιά» -θα της «έκαιγε» το σπίτι- και τα παιδιά της «τουρκόσπορους» - ήταν απειλή για τα δικά της. Τα τέσσερα παιδιά μοιράζονταν ένα κρεβάτι, ένα κομμάτι ψωμί, ένα ζευγάρι παπούτσια, τη ρετσινιά του πρόσφυγα, «να φύγετε από εδώ, δεν χωράμε όλοι. Θα μας καταστρέψετε».

Το είδα ξανά αυτό το βλέμμα: της αγωνίας, του πανικού, του τρόμου, της απόγνωσης. Στα μάτια ανθρώπων πεταμένων σαν σφαχτά σε ένα κλουβί, από κάποιον «πατριώτη». «Θα μας έκαιγαν τον τόπο τα… κομμάτια», είπε ο αυτόκλητος κυνηγός κεφαλών, κι εμείς τον πιστέψαμε. «Μπορεί και να μας σκότωναν», σκέφτηκε ο «σερίφης» της κακιάς ώρας με τα όπλα φόρα παρτίδα στον λογαριασμό του στο Facebook, κι εμείς συμφωνήσαμε. «Είναι δικαίωμα του κάθε πολίτη να συλλαμβάνει τον παράνομο», ελάλησε ο πολιτικός σκελετός των Ες Ες, κι εμείς δεν επαναστατήσαμε. «Κάψ’ τους» ούρλιαζε η αρένα, κι εμείς δεν μείναμε ξύπνιοι από την οργή. Πλαγιάσαμε στο κλουβί μας και κοιμηθήκαμε ήσυχα ήσυχα. Σαν σφαχτά πεταμένα σε μια καρότσα που τα πηγαίνουν ντουγρού για σφαγή…