Την ημέρα που έγινε ο τελικός του ολυμπιακού τουρνουά πόλο στο Τόκιο, ο Στέλιος Αργυρόπουλος έστειλε μήνυμα στο γκρουπ επικοινωνίας για τους παίκτες της εθνικής ομάδας. Σε αυτό έγραψε έναν τετραψήφιο αριθμό και συμπλήρωσε «μέρες για το Παρίσι». Απέμεναν τρία χρόνια και πάνω από χίλιες μέρες, προφανώς η Ελλάδα δεν είχε κλείσει θέση για τη διοργάνωση, αλλά ο πολίστας, που επρόκειτο να βρεθεί στο Ντουμπρόβνικ για να αγωνιστεί με τη Γιουγκ πριν συμφωνήσει οριστικά με τη Φερεντσβάρος το επόμενο καλοκαίρι, βρισκόταν σε εγρήγορση για τους επόμενους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Ο Αργυρόπουλος, βεβαίως, είναι περιπτωσάρα, αλλά στην προκειμένη η συγκεκριμένη δήλωση το μόνο που μπορεί να προξένησε είναι γέλιο από ενθουσιασμό. Έδειχνε, δε, τη θέλησή του να ανταμώσει ξανά με τους συμπαίκτες του στην εθνική ομάδα, που δεν ήταν παράταιρη και από την επιθυμία των υπολοίπων.

Το ελληνικό πόλο, με όλη τη «σιγουριά» που παρέχει πως θα βρίσκεται στους Ολυμπιακούς (κάτι που θα κάνει και στο Παρίσι για 12η διαδοχική φορά), έχει περάσει οδυσσειακά μαρτύρια για να βρει το δρόμο του -και πάλι δεν υπάρχει οποιαδήποτε εγγύηση ότι τον έχει βρει. Αλλά αυτό είναι βασική γνώση και καλύπτει οποιοδήποτε αθλητικό πεδίο. Η συγκεκριμένη ομάδα -κι όταν ο λόγος γίνεται γι’ αυτήν, αθροίζονται και οι μικρές εθνικές των τελών της προηγούμενης δεκαετίας- δείχνει μια σταθερότητα η οποία ήταν το ζητούμενο σε όλες τις προηγούμενες.

Για τη μακρόχρονη ιστορία του πόλο στην Ελλάδα, και τους παίκτες όπως ο μυθικός Σωτήρης Σταθάκης, ο Περικλής Δαμάσκος, ο Βαγγέλης Πάτερος, ο Αντώνης Αρώνης, ο Μαρκέλλος Σταρένιος, ο Νίκος Βενετόπουλος, οι δύο Παπαναστασίου, ο «γάτος» και ο «πιλότος», ο συγχωρεμένος ο Νώντας Σαμαρτζίδης, ο Τεό Λοράντος, ο Θέμης Χατζής και ο Θοδωρής Καλακώνας, ο νυν πρόεδρος της ΚΟΕ, Κυριάκος Γιαννόπουλος, φυσικά ο Γιώργος Μαυρωτάς, και άλλοι, ων ουκ έστιν αριθμός, οι οποίοι έμπαιναν στις πισίνες είτε για να παίξει το πρωτάθλημα σε μία εβδομάδα είτε για να αγωνίζονται μία σεζόν, τα νάματα αυτού του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος του Θοδωρή Βλάχου βρίσκονται στο λυκαυγές του 21ου αιώνα.

Τα λάθη


Στην πραγματικότητα, η Εθνική που έφτασε στον τελικό των Ολυμπιακών Αγώνων το 2021 και στον τελικό του Παγκόσμιου Πρωταθλήματος το 2023 στη Φουκουόκα της Ιαπωνίας και το Σάββατο, 29 Ιουλίου, στις 12:00 θα διεκδικήσει το χρυσό μετάλλιο με αντίπαλο την Ουγγαρία, συνδέεται με τη στιγμή που οι παίκτες ζήτησαν επιτακτικά ένα γνωστό προπονητή ώστε να τους κοουτσάρει. Τότε, ο Δημήτρης Διαθεσόπουλος συμφώνησε με τον Σάντρο Καμπάνια, αλλά η δουλειά έγινε μόνο εξ ημισείας: φορείς και διεθνείς έκαναν όλα τα λάθη που υπήρχαν διαθέσιμα.  

Αυτά τα λάθη: πρώτον, τα επέτρεψε η υποτιθέμενη (με την αίσθηση ότι ήταν υπαρκτή) αγορά, όσον αυτή κράτησε, και, δεύτερον, έγιναν διότι δεν υπήρχε πρότερο εγχειρίδιο, ώστε οι ταλαντούχοι παίκτες που βγήκαν από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, να απευθύνονται στο παρελθόν ώστε να βρίσκουν απαντήσεις. Έπεσαν με τα μούτρα, διότι θεωρούσαν πως μέσω αυτών θα ικανοποιούσαν τις φιλοδοξίες και τις προσδοκίες που υπήρχαν για εκείνους, κυρίως από τους εαυτούς τους.

Δεν θα κάτσουμε να μαλώσουμε για το χρονικό διάστημα που το πόλο ήταν πιο ανταγωνιστικό ή πιο δύσκολο, διότι αυτή η σύγκριση, παρ’ ότι φαινομενικά θα προσέθετε στο προκείμενο, είναι αφαιρετική. Η εστίαση στην ομάδα που έκανε έναν κύκλο από το 2001 έως το 2008, είναι απαραίτητη, όχι μόνο για να της επιδαψιλευτεί ο έπαινος για τα πρωτόγνωρα κατορθώματά της -τετράδα σε Παγκόσμια Πρωταθλήματα, το πρώτο μετάλλιο, χάλκινο, στο Μόντρεαλ το 2005, τετράδα σε Ολυμπιακούς Αγώνες, μετάλλιο στο World League- αλλά για να αναδειχθεί ως η ουρτικαρία της τωρινής, φυσικά όχι σε αγωνιστικό, αλλά σε νοοτροπιακό επίπεδο.

Ενδιαμέσως, υπήρξαν παίκτες που βγήκαν ως οι σύνδεσμοι αυτής και εκείνης της εποχής, οι οποίοι θεωρητικά εκτέθηκαν, διότι η αμηχανία στη συμπεριφορά τους, πάνω στην αλλαγή του στάτους κβο, ήταν φαινομενική. Ένα παράδειγμα είναι ο σπουδαίος Γιώργος Ντόσκας, ο οποίος είναι ένας από τους υπέροχους παίκτες του ελληνικού πόλο, αλλά και ένα παράδειγμα πως, ακόμα κι αν θέλεις να αποφύγεις κάτι, η εποχή μπορεί να σε παρασύρει. Το κεφάλαιο Ντόσκας, όπως κι αν εξεταστεί, είναι πολύ χρήσιμο. Ο κόουτς του ΝΟ Χίου, ένας κοινωνικός ασκητής, αν γίνεται να χρησιμοποιηθεί αυτό το οξύμωρο, πρόλαβε και τις δύο εποχές -και έπεσε θύμα του τέλους της πρώτης και των αρχών της δεύτερης. Είναι ένα σημαντικό κεφάλαιο, το οποίο αν εξεταστεί συμπεριφορισιακά και κοινωνικά, δίνει απαντήσεις σε ό,τι διημείφθη αυτά τα 22 χρόνια και έφερε την ομάδα σε αυτό το σημείο.

Οι βετεράνοι, λοιπόν, δεν πρέπει να αισθάνονται και πολύ άσχημα. Δεν ήξεραν και ενεργούσαν σε ένα συγκρουσιακό τοπίο, καθαρά ελληνικό, στο οποίο στιγματίστηκε η «αποτυχία» να πάρουν ένα χρυσό μετάλλιο. Αν η εικόνα τους για αυτό που αποτελεί την έμπνευση ήταν στρεβλή, έγκειται στην οπτική γωνία καθενός και ενέχει ματαιότητα η ψηλάφησή του. Το σίγουρο είναι ότι τα μικρά παιδιά των μέσων της πρώτης δεκαετίας του μιλένιουμ και των αρχών της δεύτερης μπορούσαν να ενεργούν σε ένα περιβάλλον φτωχικό, με δέλεαρ την ακαδημαϊκή εκπαίδευση κατά κύριο λόγο, αλλά χωρίς παθογένειες. Γι’ αυτό, κιόλας, το σύστημα ξέβρασε τους πονηρήδιδες που εμφανίστηκαν με σκήπτρο, αυτοανακηρυσσόμενοι σε βασιλείς, και μπήκαν στη διαδικασία να διεκδικήσουν χωρίς να παρουσιάσουν.

Η συγκεκριμένη Εθνική, εννοείται συμπεριλαμβανομένου του Άγγελου Βλαχόπουλου, η απουσία του οποίου ψηλώνει το δείκτη δυσκολίας στη συγκεκριμένη ομάδα -είναι σαν να φτάνει η Μπαρτσελόνα σε τελικό Champions League χωρίς τον Ινιέστα- βρήκε τον τρόπο να μείνει πιστή σε ό,τι ήταν αυτό το σχέδιο και τον προπονητή που θα της εμφυσούσε την πεποίθηση πως το πλάνο επρόκειτο να αποδειχθεί σωστό, όπως και να είχε. Δεν πρέπει να παραγνωριστεί ότι για εφτά έτη, παρά τις εγγενείς αντιρρήσεις πολλών στους κύκλους του ελληνικού πόλο, ο Θοδωρής Βλάχος δούλευε 12 μήνες το χρόνο. Και φυσικά, να μην του δοθούν τα εύσημα για τη μετάλλαξη του Έλληνα διεθνή σε ένα στοιχείο που διέπεται από αυτοκίνηση και αλληλεγγύη για το διπλανό του.

Η εγγενής διαφορά

Το «πάμε να το κάνουμε όλοι μαζί» ήταν ίδιον και της γενιάς του ’92, ωστόσο η διαφορά είναι ότι εκείνοι οι παίκτες δεν άφηναν να παρεισφρέουν εύκολα «ξένα» χρονικά στοιχεία ανάμεσά τους. Επιπλέον, δεν ήταν εύκολη και η σχέση μεταξύ τους, θα χαρακτηριζόταν ως τυπική αγορίστικη, με πολλή αγάπη αλλά και εξαιρετικά υψηλό επίπεδο ανταγωνισμού. Εδώ μοιάζει αυτό το στοιχείο να έχει εξαλειφθεί, τουλάχιστον στο δεύτερο κομμάτι, αφού ο ανταγωνισμός αφορά μόνο στον αντίπαλο και όχι τα εν οίκω.

Εν τέλει, η Εθνική δεν υπερασπίζεται κάποιες Θερμοπύλες, υπό την έννοια ότι δεν έχει ξαναπαίξει παιχνίδι όπως αυτό που θα δώσει στις 12:00 του Σαββάτου, 29 Ιουλίου, με αντίπαλο την Ουγγαρία, αλλά έχει φτάσει ήδη στον προορισμό της. Όλοι θέλουν το χρυσό μετάλλιο στη Φουκουόκα, φυσικά, αφού η διέγερση της τελικής νίκης είναι αυτονόητη και το αποτύπωμά του στην Ιστορία δεν πρόκειται να καλυφθεί, με τίποτα, παρ’ όλα αυτά πρόκειται για μια ομάδα με ανθρώπους που έχουν καταλάβει πώς πρέπει να ζουν αυτόνομοι και να συμβιώνουν, την ολότητα της σημασίας του συνόλου, αλλά και την ικανοποίηση να απευθύνονται στο βαθύτερο εν τους, ώστε να τους δίνει το κίνητρο να ενεργούν. Αν το χρυσό δεν είναι, φυσικά, δευτερεύον, δεν είναι ζωτικά πρωτεύον. Φυσικά, στην πισίνα οι διεθνείς θα μπούν ξαμολυτοί και ανέμελοι. 

Ο τελικός, εξάλλου, είναι το λιγότερο αγχωτικό παιχνίδι μίας διοργάνωσης.