H κυβέρνηση έχει βρει έναν τρόπο να λύνει, σχεδόν διά μαγείας, όλα τα προβλήματα: ανακοινώνει με στόμφο την επίλυσή τους! Προσοχή: Δεν υπόσχεται απλώς, αλλά δηλώνει δημόσια και εμφατικά ότι η λύση βρέθηκε και ξεκινά μάλιστα αμέσως η εφαρμογή της. Η τακτική αυτή δεν προέκυψε ξαφνικά το τελευταίο διάστημα, αλλά έχει εφαρμοστεί πολλές φορές την τελευταία τριετία και, αφού «πιάνει», οι κυβερνώντες δεν βρίσκουν λόγο, προφανώς, να την εγκαταλείψουν. Η συνταγματική αναθεώρηση, που ήρθε πάλι στην επιφάνεια αυτή την εβδομάδα με πρωτοβουλία της Φώφης Γεννηματά, θα έπρεπε ήδη να έχει ψηφιστεί στη Βουλή! Το βράδυ της 31ης Δεκεμβρίου 2016, ο Αλέξης Τσίπρας απευθύνει τηλεοπτικό μήνυμα στον λαό ενόψει της νέας χρονιάς. Εκεί, μεταξύ άλλων, ανακοινώνει: «Μέσα στο 2017 θα ολοκληρώσουμε τον διάλογο και θα φέρουμε προς ψήφιση στη Βουλή τις προτάσεις για τη μεγάλη αναθεώρηση του συντάγματος. Με στόχο τη διεύρυνση και εμβάθυνση της δημοκρατίας. Αλλά και την ενίσχυση της λαϊκής συμμετοχής». Φυσικά, τίποτα τέτοιο δεν έγινε!

Η κοροϊδία έχει ξεκινήσει δύο μήνες νωρίτερα, όταν συγκροτείται η Συντονιστική Επιτροπή Διαλόγου για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, με συντονιστή τον καθηγητή Μιχάλη Σπουρδαλάκη και μέλη, μεταξύ άλλων, τη Ρένα Δούρου, τον Κωνσταντίνο Μίχαλο και τον Γιώργο Κιμούλη. Η επιτροπή αυτή θα προχωρούσε στη διεξαγωγή «μιας πλατιάς, ανοιχτής διαδικασίας διαλόγου σε εθνική κλίμακα» για την αναθεώρηση του συντάγματος και την άνοιξη του 2017 θα παρέδιδε «την έκθεσή της σε ειδική επιστημονική επιτροπή προς τελική επεξεργασία», ώστε στη συνέχεια να ξεκινήσει η σχετική κοινοβουλευτική διαδικασία.

Στην ιστοσελίδα της επιτροπής, η τελευταία ανακοίνωση αναρτάται στις 30 Αυγούστου 2017, με τίτλο «Η ηλεκτρονική διαβούλευση συνεχίζεται». Και μάλλον θα συνεχίζεται για πολύ καιρό ακόμα, αφού η κυβέρνηση επέλεξε να παίξει παιχνίδια επικοινωνιακού τύπου ακόμα και με το σύνταγμα της Ελλάδας.

Αποζημιώσεις

Ας πάμε, όμως, τον χρόνο λίγο πιο πίσω. Στις 16 Αυγούστου 2016, ο Αλέξης Τσίπρας μετέβη στην Ήπειρο για να παραστεί στις εκδηλώσεις για τη μνήμη των 317 θυμάτων της Σφαγής του Κομμένου από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής το 1943. «Θέλω σήμερα από τον μαρτυρικό αυτόν τόπο να στείλω και ένα μήνυμα», είπε στην ομιλία του. «Η Ελλάδα και ο ελληνικός λαός δεν ξεχνά την ιστορία του. Δεν ξεχνά τις σφαγές και τα εγκλήματα πολέμου του ναζιστικού γερμανικού στρατού. Και απαιτεί την έμπρακτη αναγνώρισή τους και από τη σημερινή γερμανική κυβέρνηση, έστω και με καθυστέρηση 73 ετών».

Δεσμεύτηκε, μάλιστα, ότι «αυτό τον αγώνα τον πιστεύουμε και θα τον συνεχίσουμε μέχρι τέλους και σε όλα τα επίπεδα», ενώ έφτασε ακόμα και να ισχυριστεί ότι «για τη διεκδίκηση των γερμανικών επανορθώσεων και του κατοχικού δανείου η Ελλάδα, η χώρα μας, για πρώτη φορά έχει συγκροτημένη εθνική στρατηγική». Συμπλήρωσε μάλιστα ότι «η Ελληνική Δημοκρατία θα πράξει ό,τι απαιτείται σε διπλωματικό πρωτίστως και, αν χρειαστεί, σε νομικό επίπεδο, προκειμένου να εκπληρωθεί αυτό το ιστορικό χρέος». Τι έπραξε, λοιπόν, από τότε; Απολύτως τίποτα! Στους 20 μήνες που έχουν περάσει, η περίφημη αυτή «εθνική στρατηγική» για τη διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων αποδείχθηκε άλλο ένα πυροτέχνημα, χωρίς το παραμικρό πρακτικό αντίκρισμα. Μια υπόσχεση κενή περιεχομένου, που ο κ. Τσίπρας δεν δίστασε να κάνει μπροστά στους απογόνους των θυμάτων της γερμανικής θηριωδίας…

Το ίδιο καλοκαίρι, λίγο μετά τον Δεκαπενταύγουστο, η κυβέρνηση αναζητούσε ακόμα ένα πυροτέχνημα για να εκτοξεύσει στον ελληνικό πολιτικό ουρανό, άσχετα βέβαια από το αν ούτε αυτό είχε την παραμικρή προετοιμασία και την παραμικρή προοπτική να υλοποιηθεί.

Έτσι, στις 27 Αυγούστου υπεγράφη και δημοσιοποιήθηκε η απόφαση με την οποία ο Παναγιώτης Κουρουμπλής συγκροτούσε πολυμελή επιτροπή για την κωδικοποίηση της νομοθεσίας ώστε σε μία τριετία (!) η Ελλάδα να απαλλαγεί από τη γάγγραινα της γραφειοκρατίας, «μέσα από τη διαλειτουργικότητα και τον περιορισμό της πολυνομίας και την κωδικοποίηση της νομοθεσίας», όπως είπε ο τότε υπουργός Εσωτερικών. Ο κ. Κουρουμπλής μάλιστα έκανε λόγο τότε για «το όνειρο του Ροΐδη, που από τότε μιλούσε για την πολυνομία και τις επιπτώσεις της το όνειρο να γίνει επιτέλους μια σοβαρή παρέμβαση». Ο Εμμανουήλ Ροΐδης συνεχίζει τη γαλήνια μετά θάνατον ζωή του, καθώς η πολυνομία συνεχίζει να ζει και να βασιλεύει, αλλά και να ενισχύεται μέσα από το συχνά αλλοπρόσαλλο νομοθετικό έργο της κυβέρνησης.

Παιδικοί σταθμοί

Και πιο πρόσφατα, όμως, η κυβέρνηση αποφάσισε να κάνει μια εξαγγελία για μια πολυπληθή κοινωνική ομάδα, τις μητέρες με μικρά παιδιά. Έτσι, στις 4 Ιανουαρίου η αναπληρώτρια υπουργός Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης Θεανώ Φωτίου ανακοίνωσε πρόγραμμα επιδότησης ύψους 15 εκατομμυρίων ευρώ εντός του 2018 από εθνικούς πόρους, για την ίδρυση και λειτουργία 400 νέων δημοτικών βρεφονηπιακών σταθμών για 10.000 επιπλέον παιδιά. Ανακοίνωσε αναλυτικά το ποσό της επιχορήγησης ανά δήμο και σκόρπισε αισιοδοξία στους γονείς που αναζητούν λύση για την καθημερινή απασχόληση των παιδιών τους.

Μάλιστα, όπως έλεγε τότε η κ. Φωτίου, στα τέλη Μαΐου προβλεπόταν να κατατεθεί ο πλήρης φάκελος, που θα περιλάμβανε και τη δημοπράτηση του έργου. Τρεις μήνες μετά, η σχετική πρόσκληση για το έργο δεν έχει βγει ακόμα και οι 400 νέοι βρεφονηπιακοί σταθμοί μοιάζουν με όνειρο απατηλό.

Το Q.E.

Το κυβερνητικό παραμύθι συνεχιζόταν ήδη από τις 6 Νοεμβρίου 2016, όταν ο πρωθυπουργός, κατά τη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ανακοίνωνε τη συμμετοχή στο περίφημο Q.E. «Εντός του πρώτου τριμήνου του 2017 εντάσσονται και τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ. Ανοίγει, έτσι, ο δρόμος να αποκτήσουμε ξανά έγκαιρα πρόσβαση στις διεθνείς αγορές χρήματος», έλεγε ο Αλέξης Τσίπρας. Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος ήταν ακόμα πιο αισιόδοξος, καθώς από τις 8 Ιουνίου του 2016 κιόλας είχε δηλώσει: «Εχω την πεποίθηση ότι το ελληνικό χρέος θα είναι επιλέξιμο στην ποσοτική χαλάρωση έως τον Σεπτέμβριο»! Τελικά, μέχρι και σήμερα το πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για αγορά ομολόγων από τις εμπορικές τράπεζες των κρατών-μελών συνεχίζεται χωρίς τη συμμετοχή της Ελλάδας. Η ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο Q.E. αποδείχθηκε άλλη μία πομφόλυγα των κυβερνώντων, αλλά δεν ήταν η τελευταία.

Capital Controls

Ένα από τα αγαπημένα κυβερνητικά πυροτεχνήματα είναι η περιβόητη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών (capital controls), που εξαγγέλλεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα από τότε που οι εν λόγω περιορισμοί επιβλήθηκαν κιόλας! Στις 21 Οκτωβρίου 2015, ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Γιώργος Χουλιαράκης, έλεγε ότι οι περιορισμοί στις τραπεζικές συναλλαγές αναμένεται να αρθούν στο τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2016… Στις 22 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς, σε συνέντευξή του στους «Financial Times», ο Αλέξης Τσίπρας εξήγγελλε ότι τα capital controls «θα έχουν αρθεί μέχρι τον Μάρτιο» (σ.σ.: του 2016). Αρκετοί από τότε έχουν προαναγγείλει την άρση των περιορισμών, που είναι όμως ακόμα εδώ...

Δημοσιεύτηκε στα «Παραπολιτικά» στις 31/3/2018