Νέα δεδομένα δημιούργησε στο πολιτικό σκηνικό η εμφάνιση του πρωθυπουργού στο φόρουμ του «Οικονομικού Ταχυδρόμου» στα μέσα της προηγούμενης εβδομάδας. Βλέπετε, μπορεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης να έμεινε αμετακίνητος στη ρητορική περί εξάντλησης της τετραετίας και επιμονής στον εκλογικό νόμο Θεοδωρικάκου, με τον οποίο επανέλαβε ότι θα διεξαχθεί η επαναληπτική αναμέτρηση μετά το «κάψιμο» της απλής αναλογικής, ωστόσο η αναφορά του -για πρώτη φορά στη διάρκεια της πρωθυπουργίας του- περί κυβέρνησης συνεργασίας προκάλεσε αλυσιδωτές αντιδράσεις σε όλα τα επίπεδα.

Επρόκειτο άλλωστε για μια ξεκάθαρη αλλαγή τακτικής από την πλευρά του επικεφαλής της κυβέρνησης, ο οποίος δήλωσε χαρακτηριστικά: «Στόχος είναι η σταθερότητα, όχι επί τούτου η αυτοδυναμία. Ο λαός θα υποδείξει αν η χώρα θα κυβερνηθεί από ένα ή περισσότερα κόμματα». «Η χώρα θα κυβερνηθεί είτε με τον έναν είτε με τον άλλον τρόπο», συμπλήρωσε, τονίζοντας βεβαίως ότι στόχος του ίδιου και της Ν.Δ. παραμένει η επίτευξη της αυτοδυναμίας. Η τοποθέτηση αυτή δεν θυμίζει σε τίποτα την αντίστοιχη στην οποία είχε προχωρήσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο διήμερο της παρουσίας του στη ΔΕΘ, πριν από μερικούς μήνες, όπου στην παραδοσιακή συνέντευξη Τύπου είχε επισημάνει πως δεν υπήρχαν οι συνθήκες προσέγγισης με άλλο κοινοβουλευτικό κόμμα, προκειμένου να προχωρήσει το εγχείρημα της συγκυβέρνησης.  

Χαμηλώνει τους τόνους

Οπως λένε οι γνωρίζοντες τα τεκταινόμενα στο Μέγαρο Μαξίμου, η στρατηγική αυτή επιλογή του πρωθυπουργού μόνο τυχαία δεν ήταν από πλευράς χρονικής συγκυρίας, ενώ περιείχε μια σειρά από προφανείς, αλλά και... αθέατες στοχεύσεις. Κατ’ αρχάς, ο πρωθυπουργός, παραμένοντας προσηλωμένος στη θεσμική αντιμετώπιση των κρίσιμων καταστάσεων που έχουν ενσκήψει στη διάρκεια της διακυβέρνησής του, θέλησε να ρίξει τους τόνους της πολιτικής αντιπαράθεσης, καθώς αυτή τη στιγμή προέχει η εντός κι εκτός συνόρων διαχείριση των συνεπειών της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία και του κύματος ανατιμήσεων, που φυσικά προϋπήρχε και με τα γεγονότα του τελευταίου μήνα επιδεινώθηκε δραματικά.

«Διάθεση σύγκλισης»

«Ο Μητσοτάκης δεν θέλει σε αυτή τη συγκυρία να έχει εσωτερικά μέτωπα. Θέλει να δείξει ειλικρινή διάθεση σύγκλισης και να κερδίσει τα στοιχήματα που έχει θέσει στο ευρωπαϊκό πεδίο, προκειμένου να έχει η χώρα όσο το δυνατόν περισσότερα οφέλη. Δεν είναι δυνατόν από τη μια να υπερθεματίζει στις προκλήσεις που ανοίγονται αυτό το κομβικό για το μέλλον του πλανήτη διάστημα και από την άλλη να δείχνει κοντόφθαλμη συμπεριφορά και πολιτική περιφρόνηση για τους άλλους αρχηγούς», υπογραμμίζουν τακτικοί συνομιλητές του πρωθυπουργού.   

Αναγνώριση

Την ίδια ώρα, φυσικά, ουδείς θα πρέπει να λησμονεί ότι ουσιαστικά ο πρωθυπουργός με τη σχετική επιχειρηματολογία που ανέπτυξε για πρώτη φορά δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να κοιτάξει την πραγματικότητα κατάματα, επιλέγοντας να αφήσει στην άκρη τα παλαιοκομματικά «τερτίπια». Την εποχή της ΔΕΘ, το ΚΙΝ.ΑΛ. κάθε άλλο παρά φαινόταν ότι θα ανέπτυσσε τη δυναμική που εμφανίζει σήμερα στις μετρήσεις, ούτε βεβαίως διαφαινόταν η... κινηματικών χαρακτηριστικών εκλογή του Νίκου Ανδρουλάκη στην ηγεσία του πάλαι ποτέ πανίσχυρου Κινήματος. Αυτός είναι κατά κοινή ομολογία και ο βασικός παράγοντας που διαφοροποιεί το πολιτικό γίγνεσθαι σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν, αφού κατά τ’ άλλα, και παρά τις όποιες περιορισμένης έκτασης αναταράξεις καταγράφονται ανάλογα με την κλιμάκωση των διάδοχων διεθνών κρίσεων, η διαφορά μεταξύ Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ παραμένει υψηλή, ενώ η Κουμουνδούρου αδυνατεί να συγκροτήσει σοβαρή εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.

Από τον ΣΥΡΙΖΑ

Στον αντίποδα, η Χαριλάου Τρικούπη παγιώνει σε αυτή τη φάση τα ποσοστά της, αντλώντας τη μεγαλύτερη βεβαίως δύναμή της από τη δεξαμενή των ψηφοφόρων της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ωστόσο, είναι σαφές ότι, τουλάχιστον δημοσκοπικά, φαίνεται να υπάρχει μετακίνηση μιας διόλου ευκαταφρόνητης ομάδας πολιτών, που στις προηγούμενες εκλογές προτίμησαν το κυβερνών κόμμα, στην πλευρά του ΚΙΝ.ΑΛ., παράμετρος που μοιραία βάζει πιο ψηλά τον πήχη για μια δεύτερη διαδοχική αυτοδύναμη διακυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Οπότε, αν και δεν βρισκόμαστε σε εκλογικό χρόνο και η εικόνα αυτή μπορεί να είναι σχετική, ενώ και η Ν.Δ. κάθε άλλο παρά έχει εκτροχιαστεί από τις ράγες της αυτοδυναμίας, ο πρωθυπουργός ήταν επόμενο να απαντήσει λαμβάνοντας υπόψη του το νέο περιβάλλον που έχει προκύψει.

Κάθε άλλο παρά σύμμαχος

Εξάλλου, είναι ξεκάθαρο πως, έτσι όπως έχουν έρθει τα πράγματα, ο εκλογικός νόμος Θεδωρικάκου -ενισχυμένης αναλογικής-, με τον οποίο θα στηθούν οι δεύτερες κάλπες, μετά την απλή αναλογική, κάθε άλλο παρά σύμμαχος της κυβέρνησης θα είναι, όσον αφορά την επίτευξη του κεντρικού στόχου της συγκέντρωσης 15 και πλέον εδρών. Αυτή είναι και η αιτία για την οποία, όπως έχουν γράψει επανειλημμένως τα «Π», η συζήτηση περί αλλαγής του εκλογικού συστήματος όχι μόνο είχε δικαιολογημένη βάση, αλλά και πολλούς υπέρμαχους στις τάξεις του στενού περιβάλλοντος Μητσοτάκη.

Άλλωστε, στην έκδοση της προηγούμενης εβδομάδας αναφέρθηκαν εκτενώς ορισμένες από τις αντίστοιχες εισηγήσεις-προτάσεις που έφθασαν στο πρωθυπουργικό συρτάρι από κορυφαίους κυβερνητικούς αξιωματούχους, πριν ο πρωθυπουργός επιλέξει να κλείσει για ακόμα μία φορά την πόρτα σε οποιαδήποτε προοπτική μικρών ή μεγάλων αλλαγών στον ψηφισμένο από τη Ν.Δ. εκλογικό νόμο. «Αν άκουγε τις σειρήνες, έστω κι αν αυτές ήταν απόλυτα βασισμένες στην πραγματικότητα, θα λεγόταν... Τσίπρας και όχι Μητσοτάκης. Γι’ αυτό θα συνεχίσει να προβάλλει την εικόνα της υπευθυνότητας, σε αντίθεση με τον καιροσκοπισμό που επέδειξε ο αντίπαλός του επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ», σημειώνουν στελέχη του Μεγάρου Μαξίμου, εξηγώντας τη σταθερή θέση του πρωθυπουργού όσον αφορά τα εκλογικά ζητήματα.  

Πιο ισχυρό το δίλλημα

Ομως, η σημαντικότερη διάσταση της απόφασης του πρωθυπουργού να στείλει τα συγκεκριμένα μηνύματα στην παρούσα χρονική στιγμή με την τόσο μεγάλη κρισιμότητα ήταν η επιθυμία του να καταδείξει ότι ο ίδιος θα είναι εγγυητής της σταθερότητας και της διαφύλαξης της προοπτικής της χώρας, ό,τι κι αν αποφασίσουν οι Ελληνες. «Αυτό επιτάσσουν οι μέρες που ζούμε. Τα πάντα έχουν αλλάξει και ο λαός ζητά ξεκάθαρες απαντήσεις. Κανένας σοβαρός πολιτικός λοιπόν δεν δικαιούται να παίζει παιχνίδια», σχολιάζει στα «Π» επίλεκτο στέλεχος του πρωθυπουργικού Γραφείου. Με τον τρόπο αυτό πετάει πια το «μπαλάκι» στον Αλέξη Τσίπρα και κυρίως στον Νίκο Ανδρουλάκη (αφού με την Κουμουνδούρου είναι αδιανόητο να βρεθεί πεδίο συνεννόησης), προκειμένου να πάρουν θέση και να μιλήσουν ανοιχτά για τις δικές τους προσεγγίσεις όσον αφορά το σκηνικό που μπορεί να υπάρξει σε επίπεδο κομματικών ισορροπιών μετά τις εθνικές εκλογές.  

Όπως εκτιμούν στο Μαξίμου, η ευκαιριακή λογική με την οποία υποδέχθηκε το σύστημα Τσίπρα τις δηλώσεις Μητσοτάκη (αφού η ηγεσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης και τα φίλα προσκείμενα σε αυτή ΜΜΕ έριξαν το βάρος στην επικοινωνιακή αντίδραση) και κυρίως η αμήχανη τοποθέτηση της πλευράς Ανδρουλάκη επί της ουσίας έδωσαν ακόμα πιο ισχυρό υπόβαθρο στο δίλημμα «Μητσοτάκης ή περιπέτειες», το οποίο προβάλλεται από την κυβέρνηση εδώ και καιρό και το οποίο θα σφραγίσει τη «γαλάζια» προεκλογική εκστρατεία.  «Τους εξέθεσε ανεπανόρθωτα. Ο Μητσοτάκης, αν και αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος στις δημοσκοπήσεις, μίλησε και πάλι ειλικρινά, ενώ οι άλλοι πέταξαν την μπάλα στην εξέδρα», εκτιμούν στο πρωθυπουργικό επιτελείο.  

«Αδιαπραγμάτευτο»

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν μάλιστα και οι δηλώσεις τόσο του κυβερνητικού εκπροσώπου, Γιάννη Οικονόμου, όσο και του γραμματέα της Ν.Δ., Παύλου Μαρινάκη, την επομένη της παρουσίας του πρωθυπουργού στο φόρουμ του «Οικονομικού Ταχυδρόμου», καθώς αμφότεροι χαρακτήριζαν ως πρώτο και αδιαπραγμάτευτο στόχο την αυτοδυναμία.  Μάλιστα, ο γραμματέας, μιλώντας στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ» 90,1 FM, αν και προσδιόρισε εμμέσως πλην σαφώς το ΚΙΝ.ΑΛ. ως τον μοναδικό αντικειμενικά πόλο με τον οποίο θα μπορούσαν να δημιουργηθούν προϋποθέσεις συζήτησης για τη συνεννόηση στα μεγάλα «μέτωπα» που απασχολούν τη χώρα (αν οι κάλπες οδηγούσαν σε αυτόν τον δρόμο), στάθηκε στην πλήρη απουσία θέσεων που χαρακτηρίζει τη Χαριλάου Τρικούπη, προβλέποντας ότι σε πραγματικό εκλογικό χρόνο, και ειδικά στις επαναληπτικές εκλογές, όπου τα διακυβεύματα θα είναι πρωτοφανώς κρίσιμα, η στάση αυτή θα έχει κόστος στον Νίκο Ανδρουλάκη.  

*Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά στις 2 Απριλίου 2022.