Η Ρούλα Καρακατσάνη υπήρξε επί 45 χρόνια η σύζυγος του αείμνηστου θρυλικού ηθοποιού Θύμιου Καρακατσάνη. Η γνωστή συγγραφέας, μητέρα δύο ταλαντούχων κοριτσιών και γιαγιά της μικρής Νεφέλης, μιλάει στην «ΟΝ time» για τη ζωή με τον Θύμιο, τη γνωριμία τους, αλλά και γιατί δεν θα είναι μαζί στον ίδιο τάφο.

Το καλοκαίρι που μας έρχεται συμπληρώνονται δώδεκα χρόνια από την απώλεια του συζύγου σας. Πώς νιώθετε;

Το σπίτι μας είναι γεμάτο φωτογραφίες από ρόλους του. Όταν ζούσε, δεν ήθελε σπίτι ούτε μία φωτογραφία. Μου έλεγε: «Μη βάλεις φωτογραφίες που έχουν κάτι συνάδελφοί μου ψώνια σε όλο το σπίτι»! Μόλις «έφυγε» ο Θύμιος, άρχισα να καρφώνω και να κρεμάω φωτογραφίες από ρόλους του. Μου λένε οι κόρες μου: «Μας το έκανες Καρακατσάνειο Ίδρυμα». Ο Θύμιος δεν λείπει από εδώ, είναι σαν να ζει. Ανοίγει η πόρτα και νομίζω ότι θα μπει. Δεν το έχω αποδεχτεί απόλυτα. Είμαι λίγο διχασμένη. Μεταξύ πραγματικότητας και υπέρβασης. Αλλά έλα που μας προσγειώνει η πραγματικότητα σε πολλά πράγματα...

Πώς γνωριστήκατε με τον Θύμιο;

Γνωριστήκαμε το 1969, ανήμερα του Αϊ-Γιαννιού, σε ένα σπίτι ενός φίλου ηθοποιού που γιόρταζε και πήγα να πω «χρόνια πολλά». Μου συστήσανε τον Καρακατσάνη, όμως, επειδή τον είχα δει στο Θέατρο Τέχνης από το 1967 που πήγαινα, είπα: «Σιγά μην είναι ο Καρακατσάνης. Θα το ήθελε πολύ». Είμαι αυθόρμητη και το είπα πολύ φυσικά και όλοι τα έχασαν. Όλο το βράδυ με κοιτούσε και πήρα μια καρέκλα και κάθισα δίπλα του. Κάθισα σε αυτή τη θέση 45 χρόνια, μέχρι που «έφυγε»...



Ισχύει ότι σε... έκλεψε;

Όταν ήρθε να μου πει ότι θέλει να κάνουμε σχέση, του είπα: «Εγώ δεν θέλω καλλιτέχνη για σχέση» πιο πολύ ήθελα φίλους στο θέατρο. Ένα βράδυ με πήρε να φάμε στη Γλυφάδα και όπως με γύρισε στο σπίτι μου, είχε έρθει ο πατέρας μου κι έγινε της κακομοίρας. Εκείνος περίμενε να μπω στο σπίτι και άκουσε τις φωνές του πατέρα μου και όρμησε μέσα, εμένα με είχε βουτήξει ο πατέρας μου και πλακώθηκε με τον πατέρα μου και με πήρε αγκαλιά. Με πήρε στο αμάξι και βρέθηκα στον Πειραιά, στη μητέρα του, την αείμνηστη Κατίνα. Η ζωή με τον Θύμιο ήταν μια περιπέτεια, κάθε μέρα ένα σίριαλ. Περάσαμε πολλά για να ορθοποδήσουμε, γιατί στο Θέατρο Τέχνης τότε έπαιρνε ένα μισθό της πείνας. Αλλά ο Κουν τον κράτησε με μεράκι αυτό το χώρο και όλοι οι ηθοποιοί που πέρασαν από εκεί έγιναν ηθοποιοί. Ο Κουν μάς πάντρεψε και μετά ο αγώνας αυτός στο θέατρο έφυγε το 1972, λίγο πριν γεννήσω την Κατερίνα.

Αλεξάνδρα Καρακατσάνη με τη μητέρα της, Ρούλα

Τι άνθρωπος ήταν ο Θύμιος;

Δεν ήταν εύκολο άτομο ο Θύμιος, ήταν ταγμένος στο θέατρο. Δεν ήταν ο νοικοκύρης για το σπίτι. Ήταν φευγάτο το μυαλό του στο χώρο. Ένα άτομο που αγωνιζόταν. Ζούσε μόνο για τη σκηνή. Σαν άνθρωπος ήταν πολύ συνεπής στα συζυγικά του καθήκοντα. Ήταν ένα χέλι που γλιστρούσε. Δεν μπορούσες να πεις «αυτός είναι». Ήταν πολλά μαζί. Το ταλέντο του ήταν ανυπέρβλητο. Είχε τη δυνατότητα να γίνεται και «θεός» στο θέατρο. Να καθηλώνει χιλιάδες ανθρώπους στην Επίδαυρο. Όταν έφυγε από τη ζωή ο Θύμιος, ο δήμαρχος Παιανίας έκανε την κηδεία του δημοσία δαπάνη. Δεν με άφησαν να πληρώσω, γιατί του παραχώρησαν έναν τάφο. Εγώ πήγα σε ένα σπουδαίο γλύπτη, τον Γιάννη Μπάρδη, και βρήκαμε ένα μάρμαρο Διονύσου που είχε εξορυχτεί το 1940. Το μάρμαρο που τον σκεπάζει είναι 2,5 τόνους, ατόφιο. Και λέω: «Ευτυχώς που δεν θα με θάψουν εκεί, γιατί για να βγει αυτό το μάρμαρο, θέλει διαδικασία». Δυστυχώς, θα μπω με την πεθερά μου, την Κατίνα (γέλια).

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΟΝ TIME