Φανερά συγκινημένος από την εθνική τραγωδία που σημειώθηκε στα Τέμπη το βράδυ της Τρίτης, μετά τη σύγκρουση δύο τρένων, είναι ο Νίκος Τσουρίδης, συνταξιούχος μηχανικός-εκπαιδευτής μηχανοδηγών.

Ο κ. Τσουρίδης καταγγέλλει ότι αν υπήρχε τηλεδιοίκηση στο σημείο της σύγκρουσης, δεν θα θρηνούσαμε τώρα θύματα.

Προσπαθώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά του, ο κ. Τσουρίδης μίλησε στην ΕΡΤ για τα κακώς κείμενα που οδήγησαν στην τραγωδία με τους τουλάχιστον 42 νεκρούς, τους δεκάδες τραυματίες και τους αγνοούμενους.

«Πάντα όταν γίνεται ένα σιδηροδρομικό ατύχημα αυτοί που την πληρώνουν είναι οι "μπροστινοί". Χάσαμε τέσσερις συναδέλφους μηχανοδηγούς γιατί δεν υπάρχουν μέτρα ασφαλείας. Ο σταθμάρχης έκανε ένα λάθος. Το αναγνώρισε ο ίδιος. Φαινόταν από την αρχή ότι είναι ανθρώπινο λάθος, αλλά δεν πρέπει να υπάρχει μια δικλίδα ασφαλείας να το καλύψει;», διερωτήθηκε ο εκπαιδευτής μηχανοδηγών που είχε εμπειρία 37 ετών στους ελληνικούς σιδηροδρόμους.


«Δεν καταφέραμε να βάλουμε τηλεδιοίκηση»

Μιλώντας για τη «δικλίδα ασφαλείας», διευκρίνισε ότι είναι το σύστημα των φωτοσημάτων.

«Ο κάθε σταθμάρχης και ο κάθε μηχανοδηγός έκανε ένα σφάλμα. Αυτό το σφάλμα πρέπει από πίσω του να σέρνει νεκρούς; Από το ’95 και μετά αγωνίζεται ο ΟΣΕ και όλοι οι συνάδελφοι να μπορέσουμε να βάλουμε αυτό το σύστημα που λέγεται τηλεδιοίκηση. Ποτέ δεν τα καταφέραμε. Υπάρχει σε ένα τμήμα μικρό από Τιθορέα μέχρι Δομοκό», επισήμανε ο κ. Τσουρίδης.

Κάνοντας λόγο για συντεχνίες, ο συνταξιούχος μηχανικός κατήγγειλε τη στάση των εργολάβων στη διασπάθιση του έργου και την κωλυσιεργία μέσω της δικαστικής οδού, που οδήγησαν στο να μην είναι εξοπλισμένα τα τρένα στην Ελλάδα με φωτοσήματα και τηλεδιοίκηση και να μη λειτουργούν το 2023 τα συστήματα μεταξύ τους.

«Ο σιδηρόδρομος λειτουργεί σήμερα, πρώτον, επειδή το θέλουν οι μηχανοδηγοί, δεύτερον, επειδή είναι καλά εκπαιδευμένοι οι σταθμάρχες -ανεξάρτητα αν έγινε ένα μοιραίο λάθος- και μετά το προσωπικό κινήσεως. Αν αυτοί πουν ότι δεν λειτουργεί ο σιδηρόδρομος, παύει να λειτουργεί», κατήγγειλε ο κ. Τσουρίδης.


Γιατί μπήκε η αμαξοστοιχία σε αντίθετο τμήμα

«Επειδή η γραμμή δεν είναι σε πολύ καλή κατάσταση και προβλέπεται και από τους κανονισμούς, μία αμαξοστοιχία μπορεί να μπει σε ένα αντίθετο τμήμα όταν σταθμάρχης έχει εξασφαλίσει ομαλή κυκλοφορία», σημείωσε ο συνταξιούχος μηχανικός.

Μιλώντας για την επίμαχη αμαξοστοιχία, ανέφερε ότι μπορούσε να φύγει από τη Λάρισα από τη γραμμή καθόδου και να φτάσει μέχρι τους Νέους Πόρους.

Σχολιάζοντας τη συνομιλία του μηχανοδηγού της επιβατικής αμαξοστοιχίας και του σταθμάρχη στη Λάρισα που έκανε το μοιραίο λάθος, εκτίμησε ότι ο φιλικός τόνος στη συνομιλία μπορεί να υποκρύπτει και ένα «ένοχο μυστικό», ότι δηλαδή η κυκλοφορία στην αντίθετη γραμμή γίνεται ύστερα από συνεννόηση και χάρη στην εμπιστοσύνη που δείχνουν οι μηχανοδηγοί στον σταθμάρχη.

Αναφερόμενος στον «φουκαρά σταθμάρχη» που δεν είχε μεγάλη εμπειρία και στον οποίο «θα τα ρίξουν όλα τα βάρη επάνω», όπως είπε χαρακτηριστικά, ο κ. Τσουρίδης σημείωσε: «Ήταν εκπαιδευμένος πράγματι, αλλά ήταν άπειρος. Δεν έπρεπε να τον είχαν βάλει σε έναν κεντρικό σταθμό όπως η Λάρισα μόνο του να κάνει κυκλοφορία».

«Όταν κάνουμε κυκλοφορία, δεν βάζουμε έναν άπειρο άνθρωπο, γιατί όλη η κυκλοφορία και η ευστροφία που έχει κάποιος άνθρωπος όταν κάνει την κυκλοφορία βασίζονται στην πείρα. Δεν μπορείς να βάλεις έναν άνθρωπο τριάντα ημερών, που (μόλις) έχει τελειώσει την εκπαίδευσή του και έχει αναλάβει. Δεν το διακινδυνεύεις αυτό», τόνισε.


«Αν υπήρχε τηλεδιοίκηση, δεν θα είχε γίνει τίποτα»

«Εάν αυτό το σύστημα υπήρχε μεταξύ της Λάρισας και της Κατερίνης, Νέων Πόρων μέχρι τη Θεσσαλονίκη, από τη στιγμή που έφυγε η αμαξοστοιχία και μπήκε στη γραμμή καθόδου όπου ερχόταν το άλλο τρένο από τη Θεσσαλονίκη, οι μηχανοδηγοί στον πρώτο σηματοδότη θα έβλεπαν τα κόκκινα, οπότε ήταν αναγκασμένοι και οι δύο να σταματήσουν. Δεν θα γινόταν τίποτα».

«Το ήξερε και έκανε έκανε λάθος. Από την πίεση, από την απειρία, από οτιδήποτε έκανε αυτό το βασικό λάθος», πρόσθεσε ο εκπαιδευτής μηχανοδηγών, επισημαίνοντας τη σημασία τού να υπάρχει δεύτερο έμπειρο άτομο στη βάρδια.

*Πηγή: ΕΡΤ