Για τα επίπεδα αντισωμάτων, έξι μήνες μετά την τέταρτη δόση με το εμβόλιο των Pfizer–BioNTech κατά του κορονοϊού διεξήχθη μελέτη, η οποία δημοσιεύτηκε στο αμερικανικό ιατρικό περιοδικό «The NewEngland Journal of Medicine».

Στην έρευνα συμμετείχαν εργαζόμενοι στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης που έλαβαν τέταρτη δόση του εμβολίου BNT162b2.

Η διάρκεια της περιόδου παρακολούθησης ήταν έξι μήνες, σε μια χρονική περίοδο που οι παραλλαγές της Όμικρον (κυρίως BA.1 και BA.2) κυριαρχούσαν.


Πώς διεξήχθη η έρευνα

Η χημική απόκριση, δηλαδή η αλληλεπίδραση μεταξύ αντισωμάτων και αντιγόνων μετά τη λήψη της τέταρτης δόσης του εμβολίου, συγκρίθηκε με εκείνη μετά τη λήψη της δεύτερης και τρίτης δόσης.

Η αποτελεσματικότητα του εμβολίου αξιολογήθηκε συγκρίνοντας τα ποσοστά μόλυνσης μεταξύ των συμμετεχόντων που είχαν λάβει τέταρτη δόση εμβολίου κατά τη διάρκεια διαφόρων χρονικών περιόδων (ημέρες 7 έως 35, ημέρες 36 έως 102 ή ημέρες 103 έως 181 μετά τη λήψη της τέταρτης δόσης), με ποσοστά μόλυνσης μεταξύ αυτών που είχαν λάβει τρεις δόσεις. Οι συμμετέχοντες έπρεπε να είχαν λάβει την τρίτη δόση εμβολίου τουλάχιστον 4 μήνες νωρίτερα.


Πότε κορυφώθηκαν τα αντισώματα

Η έρευνα έδειξε πως η ανταπόκριση αντισωμάτων κορυφώθηκε σε περίπου 4 εβδομάδες, μειώθηκε στα επίπεδα που παρατηρήθηκαν πριν από την τέταρτη δόση κατά τις 13 εβδομάδες και σταθεροποιήθηκε στη συνέχεια.

Καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου παρακολούθησης των 6 μηνών, τα προσαρμοσμένα εβδομαδιαία επίπεδα IgG και εξουδετερωτικών αντισωμάτων ήταν παρόμοια μετά τη λήψη της τρίτης και τέταρτης δόσης και ήταν σημαντικά υψηλότερα από τα επίπεδα που παρατηρήθηκαν μετά τη λήψη της δεύτερης δόσης.

Έτσι, φάνηκε πως η λήψη της τέταρτης δόσης του εμβολίου BNT162b2 προσέφερε μεγαλύτερη προστασία έναντι της λοίμωξης από SARS-CoV-2 από αυτήν που παρείχε η λήψη τριών δόσεων εμβολίου.

Η χρονική αποτελεσματικότητα του εμβολίου, η οποία συνέκρινε τα ποσοστά μόλυνσης μεταξύ των συμμετεχόντων που δεν είχαν ακόμη μολυνθεί μετά τον εμβολιασμό, μειώθηκε με την πάροδο του χρόνου από 52%, κατά τις πρώτες 5 εβδομάδες μετά τον εμβολιασμό σε -2%, στις 15 έως 26 εβδομάδες.

Η μελέτη είχε πάντως αρκετούς περιορισμούς, όπως το ότι συμμετείχαν εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας που μπορεί να μην είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα του γενικού πληθυσμού.
Επιπλέον, συμπεριλήφθηκαν μόνο οι υγειονομικοί που δεν είχαν προηγούμενη μόλυνση από SARS-CoV-2, γεγονός που περιόρισε περαιτέρω τη γενίκευση.


Τα συμπεράσματα

Η έρευνα καταλήγει στο ότι μένει να φανεί το κατά πόσον οι αναμνηστικές δόσεις θα έχουν ως αποτέλεσμα μεγαλύτερη ανθεκτικότητα. Το βασικό συμπέρασμα είναι όμως πως η τέταρτη δόση, και πιθανώς οι μελλοντικές αναμνηστικές δόσεις, θα πρέπει να χορηγηθούν ώστε να συμπίπτουν με τα κύματα της νόσου ή να είναι διαθέσιμα εποχιακά, παρόμοια με το εμβόλιο της γρίπης.

Πηγή: thetoc.gr