Στ’ Απριλιού τις δεκαοκτώ, πέρδικα ψόφησε στ’ αυγό, έλεγαν οι παλιοί. Κι αν πράγµατι, όπως λένε οι πληροφορίες, τελικώς οι εκλογές διεξαχθούν τον µήνα Απρίλιο, θα έχει ενδιαφέρον να δούµε ποιος θα είναι στη θέση της πέρδικας, παρά το γεγονός ότι όλες οι έρευνες δείχνουν σταθερά ποιος θα είναι ο νικητής.

Σηµασία έχει στη θέση της πέρδικας να µη βρεθεί η χώρα εξαιτίας των συνθηκών ακυβερνησίας που φρόντισε, για συγκεκριµένους και ορατούς λόγους σκοπιµότητας, να διαµορφώσει ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση, µέσω του εκλογικού συστήµατος που είχε ψηφίσει.

Η αλήθεια είναι ότι ο Απρίλιος δεν ήταν στα χρόνια της Μεταπολίτευσης ο ευνοϊκός µήνας για να πραγµατοποιούν οι εκάστοτε κυβερνήσεις εκλογές, αν σκεφτεί κανείς ότι προτιµάτο το φθινόπωρο και µάλιστα οι µήνες Οκτώβριος και Νοέµβριος, κατά τη διάρκεια των οποίων είχαν πραγµατοποιηθεί έξι συνολικά εκλογικές αναµετρήσεις. Απρίλιο µήνα έχουν στηθεί δύο κάλπες. Μία το 1990, στις 8 Απριλίου, και µία το 2000, στις 9 εκείνου του µηνός, οπότε και µένει να δούµε αν, 23 χρόνια µετά, οι αναµενόµενες εκλογές θα πέσουν πάνω στην ίδια ηµεροµηνία.

Μετά το 1989

Στις εκλογές του Απριλίου του 1990 είχε αναδειχθεί κυβέρνηση η Ν.∆. υπό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και αφού είχαν προηγηθεί οι άγονες του 1989, τον Ιούνιο και τον Νοέµβριο, όταν, εξαιτίας του εκλογικού συστήµατος και παρά το µεγάλο ποσοστό που είχε πάρει η Ν.∆., δεν είχε καταστεί δυνατό να σχηµατιστεί κυβέρνηση. Παρά το γεγονός µάλιστα ότι και τότε είχε πάρει ένα εξωπραγµατικό για τα σηµερινά πολιτικά δεδοµένα ποσοστό -46,89%-, και πάλι δεν επιτύγχανε αυτοδυναµία, καθώς το υψηλό ποσοστό που είχε πάρει λόγω, όπως προείπαµε, του συστήµατος, της εξασφάλιζε µόνο 150 βουλευτές.

Προσχώρησε όµως στη Ν.∆. ο τότε βουλευτής της ∆Η.ΑΝΑ. Θεόδωρος Κατσίκης και πλέον µε 151 βουλευτές η Νέα ∆ηµοκρατία κατόρθωσε να σχηµατίσει αυτοδύναµη κυβέρνηση. Σε εκείνες τις εκλογές, το ΠΑΣΟΚ είχε λάβει ποσοστό 38,61% - αρκετά υψηλό σε σχέση µε όσα είχαν προηγηθεί µε το σκάνδαλο της υπόθεσης Κοσκωτά. Με το ποσοστό αυτό το ΠΑΣΟΚ εξασφάλιζε 123 έδρες. Ο Συνασπισµός -καµία σχέση µε τον σηµερινό ΣΥΡΙΖΑ- είχε επιτύχει ποσοστό 10,28% και εξασφάλιζε 19 έδρες.

Οι Οικολόγοι-Εναλλακτικοί 0,77% και µία έδρα, η ∆Η.ΑΝΑ. του Στεφανόπουλου 0,67% και επίσης µία έδρα (την οποία κατέλαβε ο Κατσίκης, που, όπως είδαµε, προσχώρησε στη Ν.∆.). Οι ανεξάρτητοι µε ποσοστό 1,01% εξασφάλισαν τέσσερις έδρες, ενώ από µία έδρα είχαν πάρει τα κόµµατα Εµπιστοσύνη (ποσοστό 0,45%) και Πεπρωµένο (ποσοστό 0,25%). Ενα άλλο ενδιαφέρον της εποχής ήταν ότι το κόµµα του Στεφανόπουλου το είχαν ξεπεράσει και οι Οικολόγοι!



Μαρτυρία

Στο βιβλίο του «Οπως τα έζησα» ο Γιάννης Βαρβιτσιώτης, διαχρονικά κορυφαίο στέλεχος της Νέας ∆ηµοκρατίας, αναφέρει τα εξής για τις εκλογές εκείνες: «Το γεγονός ότι µόλις και µετά βίας η Ν.∆. αποκτούσε αυτοδυναµία και µε δεκανίκι έναν βουλευτή συγγενικού της κόµµατος (∆Η.ΑΝΑ.) οφείλεται ασφαλώς στο εκλογικό σύστηµα που το ΠΑΣΟΚ ως κυβέρνηση είχε θεσµοθετήσει λίγους µήνες πριν από τις εκλογές του Ιουνίου του 1989, προκειµένου να δυσχεράνει τις προοπτικές σχηµατισµού αυτοδύναµης κυβέρνησης από το πρώτο κόµµα (επρόκειτο για σύστηµα απλής αναλογικής). Η εύθραυστη αυτή αυτοδυναµία που απέκτησε στη Βουλή του 1990 η Ν.∆. αποτέλεσε φυσικό πλεονέκτηµα για το ΠΑΣΟΚ, αφού ενίσχυσε το «ηθικό» του, µε αποτέλεσµα, ασκώντας πολιτική του πεζοδροµίου, να καταφέρει να επανέλθει στην εξουσία, ύστερα από τριάµισι χρόνια δυσχερούς νεοδηµοκρατικής διακυβέρνησης, την οποία καθιστούσε δυσχερέστερη η µικρή πλειοψηφία της».



Προβλήματα

Η πολύ οριακή αυτοδυναµία ήταν φυσικό να έχει και τα προβλήµατά της. Και ένας από τους λόγους, µεταξύ άλλων, δεν ήταν µόνο η επίσης οριακή ψήφιση νοµοσχεδίων, αλλά και η εσωτερική αντιπολίτευση, που εκµεταλλευόταν την ισχνή πλειοψηφία. Κύριος εκφραστής της εσωκοµµατικής αντιπολίτευσης ήταν ο Μιλτιάδης Εβερτ. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη του Απριλίου του 1990 αναγκάστηκε να προκηρύξει εκλογές τον Οκτώβριο του 1993, µετά την παραίτηση από την Κοινοβουλευτική Οµάδα της Ν.∆. του βουλευτή Κιλκίς Γιώργου Συµπιλίδη, οπότε η κυβέρνηση απώλεσε την πλειοψηφία στη Βουλή, που θα της επέτρεπε να εξαντλήσει την τετραετία.

Περιπέτεια

Η δεύτερη εκλογική αναµέτρηση που έγινε µήνα Απρίλιο ήταν το 2000, στις 9 του µήνα, όταν το ΠΑΣΟΚ, µε τον Κώστα Σηµίτη επικεφαλής, επανεκλέχθηκε, κατακτώντας την εκλογική νίκη περιπετειωδώς και µε διαφορά µίας ποσοστιαίας µονάδας. Οι εκλογές της χρονιάς εκείνης ήταν πρόωρες. Σύµφωνα µε το Σύνταγµα, τις προκήρυξε ο Κώστας Σηµίτης µε αιτιολογικό να αποφασιστεί η ένταξη ή µη της Ελλάδας στην Οικονοµική και Νοµισµατική Ενωση.

Το αποτέλεσµα της κάλπης έδωσε στο ΠΑΣΟΚ ένα ποσοστό 43,79%, που του εξασφάλιζε 158 έδρες, και στη Νέα ∆ηµοκρατία 42,74% και 125 έδρες. Το ΚΚΕ είχε συγκεντρώσει µόλις 5,52%, που του εξασφάλιζε 11 έδρες, ενώ ο Συνασπισµός µπήκε µετά βίας στη Βουλή µε ένα ποσοστό 3,2% και 6 έδρες. Οπως τονίστηκε πιο πάνω, η επανεκλογή Σηµίτη ήταν περιπετειώδης.



Λίγες µόνο ηµέρες πριν από τις εκλογές της 9ης Απριλίου κυριαρχούσε το ερώτηµα αν οι δηµοσκοπήσεις τελικώς αντικατοπτρίζουν και την πραγµατική εκλογική εικόνα, οπότε οι πανηγυρισµοί των κοµµάτων για το αν προηγούνταν ή όχι στις δηµοσκοπήσεις θα είχαν και ουσιαστική σηµασία. Η απάντηση που δίνεται από τους δηµοσκόπους και τους αναλυτές των εταιρειών είναι σχεδόν κατηγορηµατική. Οι δηµοσκοπήσεις που γίνονται και που έχουν δει ήδη το φως της δηµοσιότητας δεν δίνουν απάντηση αναφορικά µε τον νικητή των προσεχών εκλογών.



Exit polls

Μέχρι αργά το βράδυ της ηµέρας εκείνης και ενώ έβγαιναν τα πρώτα αποτελέσµατα, η εικόνα ήταν ότι προηγείτο η Νέα ∆ηµοκρατία. Αυτό έδειχναν και τα exit polls, τα οποία είχαν πλέον µπει βαθιά στην εκλογική πραγµατικότητα. Ηταν φυσικό να αρχίσουν από τους Νεοδηµοκράτες οπαδούς οι φρενήρεις πανηγυρισµοί, καθώς φαινόταν ότι το κόµµα τους θα αναλάµβανε πάλι τη διακυβέρνηση της χώρας έπειτα από µια ολόκληρη επταετία. Στα γραφεία του κόµµατος, που ήταν τότε στη Ρηγίλλης, είχε συγκεντρωθεί πολύς κόσµος µε σηµαίες, που ζητωκραύγαζε.

Εντελώς αντίθετη εικόνα εµφάνιζαν τα γραφεία του ΠΑΣΟΚ στη Χαριλάου Τρικούπη, όπου κυριαρχού σε η κατήφεια, µε µοναδική εξαίρεση τον Κώστα Λαλιώτη, ο οποίος πίστευε ότι θα γινόταν µια µεγάλη ανατροπή. Περίµενε να ενσωµατωθούν οι ψήφοι της µεγάλης περιφέρειας της Β’ Αθηνών. Και δικαιώθηκε, διότι συνέβη µια ανατροπή, η τρίτη κατά σειρά νίκη του ΠΑΣΟΚ µε επικεφαλής τον Κώστα Σηµίτη.



 Οι πληροφορίες

Εκείνη την εποχή κυριαρχούσε η πληροφορία ότι το ΠΑΣΟΚ έκανε οµαδικές ελληνοποιήσεις και ότι στις ψήφους όσων απέκτησαν την ελληνική ιθαγένεια, παρατύπως µάλιστα, οφείλεται η τελική ανατροπή του εκλογικού αποτελέσµατος. Μάλιστα, τις διαπιστώσεις για την παρανοµία των ελληνοποιήσεων αυτών από το 1996 έως το 2000 τις είχε κάνει ένας δικαστικός, που βρίσκεται και πάλι στο προσκήνιο: ο Ισίδωρος Ντογιάκος, τότε εισαγγελέας Πρωτοδικών.

Ο κ. Ντογιάκος είχε διαβιβάσει σχετικό πόρισµα στη Βουλή, µε αποτέλεσµα να βρει πάτηµα η Νέα ∆ηµοκρατία και να καταγγείλει νόθευση του εκλογικού αποτελέσµατος. Ενα περιστατικό το οποίο είχαµε αναφέρει και σε άλλη ιστορική πολιτική αναδροµή ήταν ότι ακριβώς επειδή τα exit polls έδειχναν νίκη της Ν.∆. οι προσκείµενες στο κόµµα εφηµερίδες είχαν αρχίσει να γράφουν µε θριαµβευτικό ύφος για νίκη της.

Το δοκίμιο

Λέγεται, δε, ότι είχε περιέλθει στα χέρια κορυφαίου στελέχους του ΠΑΣΟΚ -µάλλον επρόκειτο, χωρίς να έχει απολύτως διασταυρωθεί, για τον Κώστα Λαλιώτη- δοκίµιο πριν από το τελικό τύπωµα µιας γνωστής όσο και έγκυρης εφηµερίδας της νεοδηµοκρατικής παράταξης. Και µόλις ανακοινώθηκαν τα αποτελέσµατα που έδιναν νίκη στο ΠΑΣΟΚ, το στέλεχος αυτό πήρε τηλέφωνο τον διευθυντή της εφηµερίδας και του είπε: «Ξέρεις, έχω το δοκίµιο του υπό έκδοση φύλλου σας µε τον τίτλο που έχεις βάλει. Σ’ το στέλνω για να το βάλεις… εκεί που ξέρεις» !

Μάρτιος και Μάιος

Απρίλη µήνα µπορεί να είχαν διεξαχθεί δύο εκλογικές αναµετρήσεις, όµως την περίοδο της άνοιξης γενικώς θα πρέπει να προσθέσουµε άλλες δύο κάλπες, που είχαν τη δική τους, κοµβική σηµασία στις πολιτικές εξελίξεις. Η πρώτη είχε στηθεί Μάιο, στις 6 του µήνα το 2012, και οι εκλογές είχαν διεξαχθεί από τη µεταβατική κυβέρνηση του τραπεζίτη Λουκά Παπαδήµου, στον σχηµατισµό της οποίας είχαν συµφωνήσει το ΠΑΣΟΚ, η Ν.∆. και ο ΛΑΟΣ. Στις εκλογές εκείνες, όπου η αποχή έφτασε το 34,88%, τα αποτελέσµατα ήταν τα εξής: Πρώτο κόµµα είχε αναδειχθεί η Νέα ∆ηµοκρατία, υπό τον Αντώνη Σαµαρά, µε ποσοστό 18,85%.

Ήταν το χαµηλότερο ποσοστό στην ιστορία της, το οποίο της έδινε 108 έδρες. Δεύτερο κόµµα είχε αναδειχθεί ο ΣΥΡΙΖΑ, µε 16,78% και 52 έδρες. Τρίτο κόµµα ήταν το ΠΑΣΟΚ, µε 13,18% και 41 έδρες. Οι µετέπειτα συνεταίροι του Αλέξη Τσίπρα, οι ΑΝ.ΕΛ. του Πάνου Καµµένου, είχαν συγκεντρώσει το πολύ υψηλό 10,62%, που τους εξασφάλιζαν 33 έδρες. Ακολουθούσαν το ΚΚΕ, µε 8,48% και 26 έδρες και για πρώτη φορά η Χρυσή Αυγή, µε 6,97% και 19 έδρες.

Βεβαίως, δεν ήταν δυνατόν να συγκροτηθεί κυβέρνηση, οπότε σχηµατίστηκε η υπηρεσιακή υπό τον Παναγιώτη Πικραµµένο, που οδήγησε τη χώρα στις εκλογές του Ιουνίου του 2012. Οι άλλες εκλογές που διεξήχθησαν ανοιξιάτικο µήνα ήταν στις 7 Μαρτίου του 2004, στις οποίες ο Κώστας Καραµανλής πήρε τη «ρεβάνς» από τον Κώστα Σηµίτη για τις κάλπες του 2000.

Επαναφορά

Ήταν οι εκλογές που έφεραν και πάλι στην εξουσία τη Ν.∆. έπειτα από 11 χρόνια. Η Νέα ∆ηµοκρατία επικράτησε µε ποσοστό 45,36%, εξασφαλίζοντας 165 έδρες. Το ΠΑΣΟΚ, µε αρχηγό τον Γιώργο Παπανδρέου, συγκέντρωσε 40,55% και 117 έδρες. Το ΚΚΕ κατέλαβε 12 έδρες µε ποσοστό 5,90% και ο ΣΥΡΙΖΑ 6 έδρες µε 3,26%. Εκτός Βουλής έµειναν και πάλι το ∆ΗΚΚΙ του ∆ηµήτρη Τσοβόλα, που έλαβε 1,79%, και ο ΛΑΟΣ του Γιώργου Καρατζαφέρη, που ήταν νεοσύστατο κόµµα, µε 2,19%.

*Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά στις 28 Ιανουαρίου 2023.