Στο 90 και 1
Στο 90 και 1 Κώστας Γκόντζος Διονύσης Βερβελές
kokotas__2_
Stories

«Γιε μου»: Ο μύθος γύρω από το γνωστό τραγούδι του Σταμάτη Κόκοτα και η αληθινή ιστορία του

Άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 85 ετών

Βυθίστηκε στη θλίψη το πανελλήνιο με την είδηση του θάνατου του Σταμάτη Κόκοτα, που άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 85 ετών.

Υπενθυμίζεται πως ο γνωστός τραγουδιστής νοσηλευόταν τις τελευταίες ημέρες στο Ασκληπιείο της Βούλας και κατέληξε τα ξημερώματα του Σαββάτουέπειτα από ραγδαία επιδείνωση της υγείας του.

Ενα από τα αγαπημένα του τραγούδια είναι το «Γιε μου», ένα κομμάτι που συγκινεί ακόμη και σήμερα όλους τους Έλληνες.

«Γιε μου»: Ο μύθος γύρω από το πασίγνωστο τραγούδι του Κόκοτα

Το πασίγνωστο και χιλιοτραγουδισμένο κομμάτι των Απόστολου Καλδάρα και Λευτέρη Παπαδόπουλου κυκλοφόρησε το 1977 και τότε πολλοί ήταν εκείνοι που πίστευαν πως το τραγούδι γράφτηκε για τον θάνατο του γιου του Αριστοτέλη Ωνάση, Αλέξανδρου. Ηταν, άλλωστε, γνωστό πως ο Σταμάτης Κόκοτας και ο Αριστοτέλης Ωνάσης ήταν φίλοι.

Ωστόσο, ο Σταμάτης Κόκοτας σε συνέντευξή του ξεκαθάρισε πως το συγκεκριμένο τραγούδι γράφτηκε για άλλη ιστορία, εξίσου πονεμένη και συγκινητική.

«Το τραγούδι γράφτηκε για ένα πατέρα με ναρκομανή γιο. Τότε, τέλη δεκαετίας ’70, άρχισε να μπαίνει η πρέζα στη ζωή μας. Και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος τα λέει όλα εδώ… Είσαι είκοσι χρονών κι όμως γερνάς… Γιε μου, είν’ οι άνθρωποι απάνθρωποι καλέ μου, οι αρχόντοι είν’ εμπόροι του πολέμου και γελούν όταν το δάκρυ μας κυλά. Ως κι οι φίλοι σου χαρήκανε, Θεέ μου που ’χεις πέσει τώρα τόσο χαμηλά».

«Σε τουρνέ μου στην Αμερική, που έλεγα το «Γιε μου» και πήγε κάποιος ν’ ανάψει το τσιγάρο του -από πόνο, επειδή είχε χάσει το παιδί του- με αποτέλεσμα να πάρουν τα μαλλιά μου φωτιά και ο μπουζουξής να τραβάει το τραπεζομάντιλο για να τη σβήσει», είχε, επίσης, περιγράψει.

Διαβάστε τους στίχους του «Γιε μου»

Γιε μου, είν’ ο πόνος μου αβάσταχτος καλέ μου

που σε βλέπω σαν ξερόφυλλο του ανέμου

στη ζωή κυνηγημένος να γυρνάς

Γιε μου, δεν τον άκουσες τον δόλιο σου πατέρα

παρασύρθηκες και μέρα με τη μέρα

είσαι είκοσι χρονών κι όμως γερνάς

Γιε μου, τι περιμένεις, πε μου

σ’ έναν δρόμο λασπωμένο

θα ’σαι πάντα σαν δεντρί ξεριζωμένο

δίχως μοίρα, δίχως ήλιο κι ουρανό

Γιε μου, τον καημό μου συλλογίσου

γύρνα σπίτι να γλυκάνω την πληγή σου

γιε μου, γιε μου, πώς πονώ

Γιε μου, είν’ οι άνθρωποι απάνθρωποι καλέ μου

οι αρχόντοι είν’ εμπόροι του πολέμου

και γελούν όταν το δάκρυ μας κυλά

Γιε μου, μην πιστεύεις σε κανέναν ακριβέ μου

ως κι οι φίλοι σου χαρήκανε, Θεέ μου

που ‘χεις πέσει τώρα τόσο χαμηλά.