«Η φήμη τίποτα δεν μου 'δωσε. Αντίθετα, έχει διαλύσει την προσωπική ζωή μου. Γιατί ο άνθρωπος που θα με πλησιάσει, ας πούμε ερωτικά, έχει αγαπήσει προηγουμένως την εικόνα μου και τη μεταφέρει, σαν το γάλα που χύνεται, πάνω σε όλο μου τον εαυτό. Δεν έχω σχέση εγώ μ’ αυτήνα! Είμαι άνθρωπος. Και τρυφερή και άγρια και όλα...».

Λόγια της αείμνηστης, πλέον, Ειρήνης Παπά (με ένα «π», κατά την επιθυμία της) -που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 96 ετών την Τετάρτη- από συνέντευξή της στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο, που δημοσιεύτηκε στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» λίγες μέρες μετά την πρεμιέρα της προτελευταίας της ταινίας, «Πάνω, κάτω και πλαγίως» (1992).

Σε σενάριο και σκηνοθεσία του σπουδαίου Μιχάλη Κακογιάννη (πέρυσι γιορτάστηκαν τα 100 χρόνια από τη γέννησή του), του οποίου -ως γνωστόν- υπήρξε αγαπημένη πρωταγωνίστρια και στο σινεμά («Ηλέκτρα», «Αλέξης Ζορμπάς», «Τρωάδες» κ.ά.) και στο θέατρο.

Στο μακρινό 1979

Ας μεταφερθούμε, όμως, στο μακρινό 1979... Το κοινό πληροφορείται, με τον πλέον εμφατικό τρόπο, πως εκείνο τον Αύγουστο η Ειρήνη Παπά επρόκειτο να εμφανιστεί στο Ηρώδειο πρωταγωνιστώντας στο κλασικό «Αντώνιος και Κλεοπάτρα» του Σαίξπηρ, σε σκηνοθεσία του Μιχάλη Κακογιάννη. Ως είθισται, βεβαίως, η συμμετοχή έπρεπε πρώτα να εγκριθεί, επισήμως, από το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού, στο οποίο συμμετείχαν ο Τάκης Λαμπρίας (ως πρόεδρος του ΕΟΤ) και ο Δημήτρης Χορν (ως μέλος).



«Αρνούμαι»

Κι ενώ όλοι θεωρούσαν την έγκριση τυπική διαδικασία, με τον εισηγητή να λέει κατά την έναρξη της σχετικής συνεδρίασης «Κανένας δεν θα αρνούνταν να δει την Ειρήνη Παπά να ενσαρκώνει την Κλεοπάτρα», ποιος είδε τον Χορν και δεν τον φοβήθηκε. «Εγώ αρνούμαι να δω την Παπά στο Ηρώδειο. Δεν έχει παίξει ποτέ της θέατρο στην Ελλάδα. Αμφισβητώ την αξία της. Και παραιτούμαι από το Συμβούλιο», τον άκουσαν να κραυγάζει. Η αίθουσα πάγωσε. Το ίδιο και ο σκηνοθέτης, που ήταν παρών. Την παγωμάρα έσπασε ο Λαμπρίας με την παρέμβασή του: «Εν πάση περιπτώσει, έχομεν ανειλημμένη υποχρέωση απέναντι στον κύριο Κακογιάννη. Εχομεν εγκρίνει το έργο του με την Ειρήνη Παπά και το ανακοινώσαμε σε ειδική συνέντευξη Τύπου», είπε με αποφασιστική ηρεμία. «Ο σκηνοθέτης δεν μετράει. Ο ηθοποιός είναι το παν», επέμεινε λάβρος ο Χορν.



«Θαυμάσιες αναμνήσεις»

Στο σημείο αυτό, ο Κακογιάννης ξαναβρήκε τη λαλιά του. «Δεν πρόκειται για αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής αξίας της κυρίας Παπά μόνο, αλλά και για ουσιαστική αμφισβήτηση της συμβολής του σκηνοθέτη στο θέατρο. Με τον Δημήτρη έχω θαυμάσιες αναμνήσεις από εκείνη την εποχή που ήμουν ο σκηνοθέτης του θιάσου Λαμπέτη - Χορν. Στην αρχή της καριέρας μου στην Ελλάδα δεν είχα μεγαλύτερο σύμμαχο από αυτόν», είπε. Οταν η Παπά πληροφορήθηκε τα τεκταινόμενα, υπήρξε καταπέλτης: «Ο κύριος Χορν έχει κάθε δικαίωμα να μην του αρέσω και πιστεύω πως γνήσια δεν του αρέσω, όπως άλλωστε γνήσια δεν μου αρέσει και μένα αυτός. Αλλά, εφόσον γνωμοδοτούσε, θα έπρεπε τα επιχειρήματά του να ήταν τεκμηριωμένα. Λυπάμαι ωστόσο που παραμονές μιας δύσκολης πρεμιέρας τέτοιες δηλώσεις δημιουργούν στον θεατή ατμόσφαιρα στρατοδικείου. Η παράσταση δεν είναι δίκη ούτε η σκηνή γηπέδου», δήλωσε στον Τύπο.



Χαμός

Το γεγονός (δικαίως ή αδίκως) έγινε η αφορμή να βγει... κάθε πικραμένος και να βγάλει τη «χολή» του κατά του Χορν. Το έργο, εντέλει, παραστάθηκε απρόσκοπτα στο Ρωμαϊκό Ωδείο εκείνο τον Αύγουστο. Ερωτώμενος ο Χορν αν, εκ των υστέρων, είχε μετανιώσει για τη στάση του, απαντούσε: «Το Ηρώδειο δόθηκε στην Παπά λόγω των κινηματογραφικών της επιτυχιών, ενώ το είχαν ζητήσει ηθοποιοί όπως η Λαμπέτη και ο Κατράκης. Γι’ αυτό δεν θα είχα καμιά αντίρρηση να δω ένα κινηματογραφικό έργο της κυρίας Παπά στο Ηρώδειο».





Ο μεγάλος της έρωτας

«Ο Μάρλον Μπράντο ήταν το μεγάλο πάθος της ζωής μου, ο άνθρωπος για τον οποίο νοιαζόμουν περισσότερο και επίσης αυτός που εκτιμούσα περισσότερο, δύο πράγματα που γενικά είναι δύσκολο να συμβιβαστούν», είχε αποκαλύψει η παγκόσμια Ειρήνη Παπά (κατά κόσμον Ειρήνη Λελέκου) στην «Corriere della Sera» την 1η Ιουλίου 2004, με αφορμή τον θάνατο του χολιγουντιανού σούπερ σταρ. Οι δυο τους γνωρίστηκαν και αγαπήθηκαν στη Ρώμη, το 1954.



Εξομολόγηση

Εκείνος ήταν 30 ετών και εκείνη 24 στα 25. «Δεν ερωτεύτηκα έκτοτε άλλον άντρα όπως ερωτεύτηκα τον Μάρλον», συνέχισε την εξομολόγησή της στην ιταλική εφημερίδα, διευκρινίζοντας: «Ισως κάνω λάθος που μιλάω γι' αυτό τώρα, που δεν είναι εδώ για να με αντικρούσει, αλλά εγώ το ομολογώ ακριβώς γιατί, από σήμερα, είναι στο απόλυτο, μακριά από όλους, ανήκει σε όλους». Αντί επιλόγου, λοιπόν, τώρα, που και η «Ελληνίδα Καρυάτιδα» είναι «στο απόλυτο», μία ακόμα εξομολόγησή της: «Μπορείς να πιστέψεις ότι εγώ κάποτε έζησα σαν καλόγρια; Περάσανε 10 συναπτά χρόνια και δεν με είχε αγγίξει άνθρωπος, δεν είχα φιληθεί ούτε μία φορά. Γιατί είχα τόσο πολύ ταπεινωθεί απ’ την κατάληξη ενός έρωτα, που δεν το άντεχα. Γιατί εγώ δεν έχω απλώς ορμή - τα πάντα είναι κάθε φορά ένας άνθρωπος. Και έτσι κύλησε ολόκληρη η ζωή μου: από ένα πρόσωπο που μ’ άρεσε σ’ άλλο πρόσωπο που μ’ άρεσε - κι ανάμεσα τεράστιες ερωτικές χηρείες».

*Δημοσιεύτηκε στο Secret στις 17 Σεπτεμβρίου 2022.