Όταν η Interpol κατέσχεσε εικόνες από ελβετική θυρίδα
32_eikones
Parapolitika Newsroom
Parapolitika Newsroom

Όταν η Interpol κατέσχεσε εικόνες από ελβετική θυρίδα

ΕΝΝΕΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ…

Το 2007 είναι μία χρονιά μεγάλων επιτυχιών στη διεθνή αγορά τέχνης. Οι τιμές καλπάζουν όχι μόνο στην κλασική και σύγχρονη ζωγραφική, αλλά και στις εικόνες, ιδίως στο παράρτημα του οίκου Christie’s, όπου γνωρίζουν μεγάλη ζήτηση, με τον τζίρο των δημοπρασιών να κινείται ολοένα και πιο ανοδικά.

Στο παράρτημα του Λονδίνου, επί της οδού King’s Street, ένας Ρώσος έμπορος (Αλεξάντρ Κοτσίνσκι) συναντά την υπεύθυνη στο Τμήμα των Εικόνων, Μαρία Παφίτη. Της ζητά συμβουλές σχετικά με κάποιες εικόνες που έχει στην κατοχή του και τις οποίες θέλει να μεταπωλήσει. Οχι, όμως, μέσω κάποιας δημοπρασίας του οίκου, αλλά μέσω ιδιωτικής πώλησης, συναλλαγές γνωστές ως private sales.

Οι εικόνες βρίσκονταν φυλαγμένες σε ειδικές θυρίδες στην Ελβετία, όπου η επικεφαλής του τμήματος των εικόνων πραγματοποιεί συχνές επισκέψεις με υποψήφιους αγοραστές που ενδιαφέρονταν να δουν από κοντά τη συλλογή του Ρώσου εμπόρου. Ενας συλλέκτης δείχνει έντονο ενδιαφέρον και επιθυμεί να προχωρήσει σε ιδιωτική αγορά περίπου είκοσι πέντε εικόνων από τη συλλογή του Κοτσίνσκι. Και, όπως είθισται, ζητά να λάβει για κάθε εικόνα τα αναγκαία χαρτιά με την περιγραφή της κατάστασης (condition report) κ.λπ. 

Για την περιγραφή της κατάστασης κάθε εικόνας η Μ. Παφίτη απευθύνεται στον γνωστό συντηρητή Laurence Morrocco και τον Robin Cormack, γνωστό ιστορικό βυζαντινής τέχνης και καθηγητή της στο παρελθόν. Οι εικόνες δεν είναι καταχωρημένες σε βάσεις κλεμμένων πολιτιστικών αγαθών, όπως είναι η Interpol και το Art Loss Register. Οπότε, θα μπορούσαν λογικά να πωληθούν ως κρητικές εικόνες, οι οποίες δεν είναι πουθενά δηλωμένες ως κλεμμένες.

Ωστόσο, ο R. Cοrmack ανακαλύπτει πως δύο από τις εικόνες που πρόκειται να μεταπωληθούν φέρουν την υπογραφή του αγιογράφου «Μελετίου του Κρητός» και πως η εκτέλεσή τους ακολουθεί την κρητική τεχνοτροπία. Αναγνωρίζει τις εικόνες και αναφέρει ότι προέρχονταν από τον Αγιο Ιάκωβο του Τρικώμου. Αποκαλύπτει, μάλιστα, στην κυρία Παφίτη ότι ο ίδιος ήταν παρών στο κρητολογικό συνέδριο το 1976 όπου ο Δρ. Θανάσης Παπαγεωργίου τις είχε παρουσιάσει. Τα λεγόμενά του επιβεβαιώνονται από τον τελευταίο και ο οίκος Christie’s προτιμά να ακυρώσει τη συναλλαγή, ενημερώνοντας, φυσικά, και την επικεφαλής του Τμήματος Εικόνων, ζητώντας της να μην αναμειχθεί άλλο στην υπόθεση, εφόσον, όπως δείχνουν οι εξελίξεις, πρόκειται για διαπραγμάτευση κλεμμένων αντικειμένων, κάτι που θα ήταν ενδεχομένως βλαβερό για τη φήμη του οίκου.

Βέβαια, η κυρία Παφίτη, Κύπρια στην καταγωγή, επιμένει και ζητά από τη διοίκηση του οίκου να της επιτραπεί τουλάχιστον να φέρει σε επαφή τον ιδιοκτήτη με την Εκκλησία της Κύπρου, ώστε να γίνει ένας διακανονισμός μεταξύ τους.
Ο ιδιοκτήτης των εικόνων εξουσιοδοτεί την κυρία Παφίτη να δώσει τα στοιχεία του σε όποιον θεωρεί καταλληλότερο στην Κύπρο. Εκείνη πλησιάζει τον Στυλιανό Περδίκη, διευθυντή του Μουσείου της Ιεράς Μονής του Κύκκου. Τον Δεκέμβριο του 2007 συναντιούνται και συζητούν για το επίμαχο θέμα και στη συνέχεια Περδίκης και Κοτσίνσκι γνωρίζονται από κοντά.

ΣΗΜΕΡΑ...

H περίπτωση των δύο εικόνων περνά στην Ιντερπόλ και ακολουθεί κατάσχεσή τους. Μια «εμπόλεμη» περίοδος ξεσπά, κατά την οποία, Σκότλαντ Γιάρντ και Ιντερπόλ ξεχύνονται σε έρευνες για τον εντοπισμό κλεμμένων εικόνων μέσα από ελληνικά μονασήρια. Πλέον, την αναπάντεχη υπόθεση του Κοτσίνσκι,  χειρίζεται αποκλειστικά η Εκκλησία της Κύπρου. 
Η Μαρία Παφίτη επιμένει πως οι εικόνες πρέπει να επιστραφούν στην Κύπρο και προσπαθεί να πείσει τον Ρώσο έμπορο και ιδιοκτήτη τους να συμβιβαστεί με ένα ποσό, έστω συμβολικό, που θα αφορούσε τη φύλαξή τους. Παράλληλα, κρατά επαφή και με τον δικηγόρο του Κοτσίνσκι, διατηρώντας πάντα τη θέση της ως προς τον επαναπατρισμό τους αλλά και τις επιφυλάξεις της ως προς την πεσμένη ζήτησή τους, εφόσον ήταν σεσημασμένες και δεν θα βρεθεί κανένας λογικός άνθρωπος για να τις αγοράσει.


Περί τα τέλη Δεκεμβρίου του 2015 ο Αλεξάντρ Κοτσίνσκι συμφωνεί τελικά στο να επιστρέψει τις εικόνες στην Εκκλησία της Κύπρου, έναντι του συμβιβαστικού ποσού των 70.000 ελβετικών φράγκων. Ετσι, υπογράφεται σχετικό συμβόλαιο μεταξύ του δικηγόρου του Κοτσίνσκι και του δικηγόρου του Επισκόπου Νεαπόλεως, Πορφύριου, διευθυντή της Αντιπροσωπίας της Εκκλησίας της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Τι συμβαίνει εάν κάποιος βρεθεί να έχει στην κατοχή του ελληνικές εικόνες που εκ των υστέρων αποδεικνύονται... κλεμμένες; Θεωρείται μονομιάς κλεπταποδόχος; 
Και τι πρέπει να συμβαίνει σε περίπτωση που ο ίδιος συμβιβαστεί να τις επιστρέψει; Θα πρέπει να αποζημιώνεται με κάποιο υψηλό χρηματικό ποσό, εφόσον, κατά μια έννοια, έχει συμβάλει στον επαναπατρισμό; Και πώς εκτιμάται η πραγματική αξία του όποιου αντικειμένου;

Αμέτρητα είναι τα ερωτήματα που προκύπτουν γύρω από το εμπόριο των εικόνων, καθώς από τη μια κάποιες εικόνες ανήκουν σε ένα σύνολο κλεμμένων πολιτιστικών αγαθών και από την άλλη υπάρχει διαρκής διαμάχη ως προς το αν η εικόνα θεωρείται έργο τέχνης, όπως τόσοι άλλοι πίνακες ζωγραφικής ή ένα ιερό αντικείμενο.

Καλώς ή κακώς, από τη στιγμή που οι εικόνες εμφανίζονται προς πώληση στα salerooms διαφόρων οίκων δημοπρασιών, είναι αντικείμενο συναλλαγής. Διαφορετικά, θα είχε απαγορευθεί η πώληση μέσω Christie’s, Sotheby’s κ.λπ. ρωσικών, βυζαντινών ή κρητικών εικόνων.
Μια εικόνα είναι ταυτόχρονα δείγμα βυζαντινής τέχνης και αντικείμενο λατρείας και αυτός ο συνδυασμός κάνει αυτή την κατηγορία -αγαπημένη για πολλούς συλλέκτες και επενδυτές στη διεθνή αγορά- δύσκολη, περίπλοκη και συχνά ενοχλητική, μιας και κάθε ενδιαφερόμενος είναι αναγκασμένος να αντιμετωπίζει ζητήματα νομοθεσίας για την άδεια διεξαγωγής, πολιτιστικής κληρονομιάς, κανόνες της Εκκλησίας, αρχαιοκαπηλίας κ.ά.

Στο πολύ πρόσφατο παράδειγμα με τις δύο εικόνες του Τρικώμου, το ποσό των 70.000 ελβετικών φράγκων ήταν καθαρά συμβιβαστικό, καθώς, όπως αποκαλύπτει σήμερα στην εφημερίδα «ΕΠΕΝΔΥΣΗ» η Μαρία Παφίτη, η αξία τους είναι πολύ μεγαλύτερη, γύρω στα 300.000 ευρώ!


Μάλιστα, όταν τις είχε πρωτοδεί, το 2007, η ίδια είχε κάνει μια πρώτη εκτίμηση για το private sale, που ανερχόταν περίπου μεταξύ 200.000 και 250.000 στερλινών.
«Αν ο πελάτης μου είχε αποδεχθεί τον εξώδικο διακανονισμό από το 2008, σίγουρα θα έπαιρνε πολύ περισσότερα χρήματα», μας πληροφορεί η κυρία Παφίτη αναφερόμενη και στο γεγονός ότι η ανάμειξη των δικηγόρων στοίχισε πάρα πολλά χρήματα και στις δύο πλευρές.

Σε ερώτησή μας σχετικά με το ποιες είναι οι κινήσεις που πρέπει να ακολουθεί ένας αγοραστής ώστε να μπορεί να προστατευθεί από μια τέτοια συγκυρία, όπως του εν λόγω Ρώσου εμπόρου, και να εξασφαλίσει, κατά κάποιον τρόπο, ένα είδος «αποζημίωσης», η κυρία Παφίτη απαντά:
«Κάθε αγοραστής πρέπει να απαιτεί το έργο που αγοράζει να συνοδεύεται από κάποια έγγραφα τα οποία να αποδεικνύουν την αγοραπωλησία. Τα έγγραφα θα πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον μία φωτογραφία του έργου, τις διαστάσεις του και μια σύντομη περιγραφή, ώστε να μην αμφισβητείται η ταυτοποίησή του. Επίσης, θα πρέπει να αναφέρεται ότι ο πωλητής πραγματοποίησε τη δέουσα έρευνα, ότι το έργο δεν συναντάται πουθενά ως κλεμμένο και ότι, επίσης, σε περίπτωση που αντίθετες πληροφορίες εμφανιστούν στο μέλλον, την ευθύνη θα φέρει ο πωλητής και ότι αυτός θα πρέπει να επιστρέψει τα χρήματα στον αγοραστή.
Είναι πολύ σημαντικό, λοιπόν, να ξέρει ο αγοραστής εικόνων, ασχέτως αν είναι έμπορος, συλλέκτης ή επενδυτής, πώς και πού μπορεί να κάνει βαθιά έρευνα προτού προβεί σε αγορά ή μεσολαβήσει για αυτήν. 

«Ο έμπορος εικόνων πρέπει να ελέγχει την προέλευσή τους, όπως και όποιων άλλων παλαιών έργων προτίθεται να πωλήσει. Η δικαιολογία ότι κάποιος “δεν γνώριζε” ότι ένα έργο είναι κλεμμένο δεν ευσταθεί, αντιθέτως ισοδυναμεί με κλεπταποδοχή, δηλαδή συνέργεια στο έγκλημα», ξεκαθαρίζει η κυρία Παφίτη, κατανοώντας, βέβαια, ότι είναι σχεδόν αδύνατο για κάποιον να γνωρίζει την προέλευση όλων των έργων. «Γι’ αυτό πρέπει να κάνουμε τη δέουσα έρευνα, η οποία θα μας προστατεύσει και θα αποδείξει τις καλές μας προθέσεις, σε περίπτωση που κάποια τεκμήρια στο μέλλον αποκαλύψουν ότι ένα έργο είναι κλεμμένο ή έτυχε παράνομης εξαγωγής από τη χώρα προέλευσής του», συμπληρώνει, τονίζοντας ότι σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να ερωτάται το τμήμα Works of Art της Ιντερπόλ.

«Προσωπικά χρησιμοποιώ το Art Loss Register, που έχει πρόσβαση σε πολλές βάσεις δεδομένων, τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική και αλλού. Είναι, βέβαια, ένας ιδιωτικός οργανισμός, γι’ αυτό χρεώνει για τις υπηρεσίες που προσφέρει. Είναι, όμως, είναι πολύ χρήσιμο ένα έργο τέχνης να συνοδεύεται από ένα πιστοποιητικό από το Art Loss Register. Επίσης, όταν ένας έμπορος αναλαμβάνει την πώληση ενός έργου, πρέπει να απαιτεί από τον ιδιοκτήτη να υπογράφει ένα έγγραφο που να διευκρινίζει ότι είναι η κατοχή του έργου είναι νόμιμη, καθώς και το δικαίωμα πώλησής του», συμβουλεύει.
Υπογραμμίζει ξανά, ωστόσο, ότι ποτέ κανείς μπορεί δεν να είναι βέβαιος ότι όλα τα παλαιά έργα που κυκλοφορούν στην αγορά διακινούνται νόμιμα. Είναι, όμως, δυνατό με τα παραπάνω βήματα να προστατευτεί σε μεγάλο βαθμό. «Ολες οι παραπάνω ενέργειες που ανέφερα προσθέτουν στην αξία του έργου, διότι ο συλλέκτης αισθάνεται ασφαλής να επενδύσει τα χρήματά του σε έργα που δεν περιλαμβάνουν ρίσκο, τουλάχιστον από άποψη προέλευσης», καταλήγει.


Πηγές:
Εφ/δα «Κιβωτός της Ορθοδοξίας»
Εφ/δα «Ο Φιλελεύθερος»

TAGS:

Aποδοχή Cookies

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies της Google ή/και άλλων παρόχων διαφήμισης για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies.

Διαβάστε περισσότερα