Από το 1998 έως σήμερα η ελληνική διπλωματία προσπαθεί να διαχειριστεί τον πολιτικό παραλογισμό που περιέχεται στην υπόθεση των «εταιρικών» σχέσεων Ευρώπης – Τουρκίας, η οποία αφορά πλέον όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά και την υπόσταση του θεσμικού και αξιακού οικοδομήματος της Ένωσης των Ευρωπαίων.

Και το χειρότερο είναι ότι ο παραλογισμός σε αυτές τις σχέσεις φέρει στη βάση του και ελληνική υπογραφή. Το 1998, στη Σύνοδο Κορυφής του Κάρντιφ, η κυβέρνηση Κ. Σημίτη συμφώνησε σε ένα μεγάλης σημασίας ευρωπαϊκό κείμενο. Τίτλος του: «Η ευρωπαϊκή στρατηγική για την Τουρκία». Με αυτό πρακτικά η Αθήνα άνοιγε πρώτη φορά την πόρτα στην ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας στην Ε.Ε., που υπογράφτηκε την αμέσως επόμενη χρονιά, στο Ελσίνκι. Η «λογική» της τότε ηγεσίας ήταν ότι με αυτή την πολιτική η Τουρκία ερχόταν «κοντά» στην Ευρώπη και στον πολιτικό πολιτισμό της, ενώ παράλληλα άνοιγε η πόρτα για την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε.
Πίσω από αυτή τη γελαστή πρόσοψη γίνονταν αποδεκτά τα εξής: α) Η ελληνική κυβέρνηση είχε αποδεχθεί στο Ελσίνκι «συνοριακές διαφορές» με την Τουρκία και πριν από δύο χρόνια (1997, Συμφωνία της Μαδρίτης) «ζωτικά» συμφέροντα της Τουρκίας στο Αιγαίο, άρα και τις τουρκικές «γκρίζες ζώνες». β) Η Τουρκία γινόταν υποψήφια για ένταξη στην Ε.Ε., διατηρώντας σε ισχύ την «απειλή πολέμου» κατά της Ελλάδας, χώρας- μέλους της Ε.Ε.! Και γ) Οι εταίροι θα ξεκινούσαν τις ενταξιακές συνομιλίες, με την Τουρκία να κατέχει με στρατιωτικές δυνάμεις τον βορρά των εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας, την οποία και... δεν αναγνώριζε ως κράτος ανεξάρτητο, μέλος του ΟΗΕ και πλήρες μέλος της Ε.Ε. αλλά μόνο ως «διοίκηση της Νότιας Κύπρου»...
Σύμμαχος σταθερός της Αγκυρας ήταν σε κάθε φάση εξελίξεων η Γερμανία, η οποία διέθετε και θαυμαστές της στην Αθήνα, ντυμένους «ευρωπαϊστές»

Οι Ευρωπαίοι εταίροι, μαζί και η Ελλάδα, ξεκίνησαν, λοιπόν, πορεία στη βάση αυτών των πολιτικών παραλογισμών: Διαδικασία ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε. και συνομιλίες της Αθήνας με την Άγκυρα για την αναζήτηση «λύσεων» στο Αιγαίο των «γκρίζων ζωνών», των «ζωτικών» τουρκικών συμφερόντων και των «συνοριακών διαφορών». Οι αποφάσεις της Ε.Ε. πρόσφεραν από τότε στην Τουρκία κάθε λόγο για να «παίζει» στο εξής, κατά τα γούστα της, τους πολιτικά πλαδαρούς Ευρωπαίους και την Αθήνα, είτε με κοσμική, δυτικότροπη ηγεσία είτε με ισλαμική, αντιδυτική ηγεσία. Σύμμαχος σταθερός της Άγκυρας ήταν σε κάθε φάση εξελίξεων η Γερμανία, η οποία διέθετε και θαυμαστές της στην Αθήνα, ντυμένους «ευρωπαϊστές».

Η ελληνική ηγεσία προσπαθεί και σήμερα να ξεπεράσει την παράλογη πολιτική που παρήγαγε η Ευρώπη με συνυπογραφή της Αθήνας, τη δεκαετία του ’90. Η ευρωτουρκική φάρσα συνεχίζεται και το 2020, με την οικονομικά ισχυρή και πολιτικά άξεστη Γερμανία στην πρώτη γραμμή των εξελίξεων. Με μία, όμως, διαφορά: Τούτη τη φορά, η Γαλλία του προέδρου Μακρόν φαίνεται πως αποφάσισε να «φρενάρει» το Βερολίνο και να του θυμίσει ότι ο «ξεχασμένος» γαλλογερμανικός άξονας υφίσταται, με τη Γαλλία ισχυρή πάλι, να διεκδικεί πρώτο και αποφασιστικό ρόλο στην Ευρώπη.

Κατά την εκτίμηση των Παρισίων, το τουρκικό ισλάμ του «χαλίφη» Ερντογάν αποτελεί άμεση απειλή για όλη την Ευρώπη και ειδικότερα για δύο κράτη- μέλη της. Ο πρόεδρος Μακρόν εγκαλεί το Βερολίνο ότι ουσιαστικά υποστηρίζει στη Μεσόγειο τον φίλο της «Μουσουλμανικής Αδελφότητας» και των μισθοφόρων τζιχαντιστών Ταγίπ Ερντογάν. Θυμίζει επίσης ότι το Βερολίνο, ως μεσαία δύναμη, με πραγματικούς όρους, δεν έχει θέση «ρυθμιστική» σε ζητήματα μείζονος στρατηγικού ενδιαφέροντος για τη Δύση, στη Νότια Ευρώπη και στην Εγγύς Ανατολή.

Σε αυτό το σκηνικό και με τον ισλαμιστή Ερντογάν σε εθνικιστικό παροξυσμό, αναδεικνύονται τώρα τα παράλογα σημεία των ευρωτουρκικών σχέσεων, όπως τις βλέπει η μύωψ Γερμανία, που διακρίνεται για τη στρατηγική αναπηρία της. Γι’ αυτό και ο Ερντογάν ήδη τη «χορεύει στο ταψί»…

Δημοσιευθηκε στην εφημερίδα Παραπολιτικά το Σάββατο 29 Αυγούστου