Η ταλαντούχα ηθοποιός Μάνια Παπαδημητρίου καταπιάνεται φέτος σκηνοθετικά και υποκριτικά με τη συγκλονιστική ιστορία ζωής της Αγάπης Μολυβιάτη Βενέζη, αδελφής του λογοτέχνη Ηλία Βενέζη και μητέρα του πρώην Υπουργού Εξωτερικών Πέτρου Μολυβιάτη.

Πρόκειται για μια αληθινή ιστορία που ξεπηδάει μέσα από τις σελίδες του ημερολογίου της με τίτλο «Το χρονικό των 10 ημερών» το οποίο ταξιδεύει το κοινό στην εποχή του μεγάλου κακού στην Μικρά Ασία.

Η Μάνια Παπαδημητρίου δημιουργεί ένα θεατρικό μονόλογο που αναβιώνει ιστορικά ντοκουμέντα με φόντο πραγματικές εικόνες από τα χρόνια της φωτιάς και με την πρωτότυπη μουσική της Μαρίνας Χρονοπούλου σκηνοθετεί την Αγγελική Καρυστινού και τον Βαγγέλη Ψωμά, την ίδια στιγμή που η Ηρώ Σαΐα ζωντανεύει με τη φωνή της τραγούδια μιας χαμένης πατρίδας

Η γνωστή ηθοποιός μίλησε στα ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ και τη Μαριάνθη Κουνιά για αυτήν την παράσταση που παρουσιάζεται μόνο για λίγες παραστάσεις στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. Η Μάνια Παπαδημητρίου, μια ερμηνεύτρια με μεγάλη πορεία στον θεατρικό χώρο, σχολιάζοντας τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει σήμερα το επάγγελμα του ηθοποιού αναφέρεται και στις ανισότητες που υπάρχουν μεταξύ νέων και παλιότερων ηθοποιών και αποκαλύπτει πως και αυτή έχει πέσει θύμα εργασιακής κακοποίησης.

4b40090a-c28f-06c7-fe98-d2dc597d49c6

Πώς αποφασίσατε να δημιουργήσετε μια παράσταση με ιστορίες από το ημερολόγιο της Αγάπης Μολυβιάτη – Βενέζη;

Αποφάσισα ν ασχοληθώ με αυτό το κείμενο όταν το διάβασα στο βιβλίο ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΗΜΕΡΩΝ της Αγάπης Μολυβιάτη Βενέζη στις εκδόσεις ΙΔΙΣΜΕ. Έχει εκδοθεί το ημερολόγιο της συγγραφέως μαζί με τα γράμματα χωρίς παραλήπτη , τα γράμματα που έγραφε η Αγάπη στον σωτήρα της Κεμαλετίν και που ήξερε ότι εκείνος δεν θα τα λάβει ποτέ. Η ιστορία με συγκλόνισε και αποφάσισα να την παρουσιάσουμε στο θέατρο με τη μορφή του θεατρικού αναλογίου με την συνοδεία μουσικής και φωνητικών αυτοσχεδιασμών. Ήθελα να μην παραβιαστεί καθόλου το ύφος του αναγνώσματος και να κατατεθεί ως έχει μέσα από το ζωντάνεμα της αφήγησης από τους υπέροχους ηθοποιούς Αγγελική Καρυστινού και Βαγγέλη Ψωμά οι οποίοι αναλαμβάνουν και το βασικό σώμα της αφήγησης και των διαλόγων.

Ποια είναι σήμερα για το κοινό η αξία να ακούει ιστορίες από τις χαμένες πατρίδες γνωρίζοντας το δράμα των προσφύγων στην εποχή του μεγάλου κακού στην Μικρά Ασία;

Πιστεύω πως πάντα έχουν αξία οι προσωπικές μαρτυρίες των ανθρώπων από κάθε εποχή και κυρίως από μια εποχή με τόσο τεράστια ιστορική σημασία και με τέτοιο έντονο συγκινησιακό φορτίο σαν αυτό που περιγράφεται σ’ αυτήν συγκεκριμένα την ιστορία. Έχω ασχοληθεί και άλλες φορές σε παραστάσεις μου με μαρτυρίες ανθρώπων και ημερολόγια ( Νικαράγουα -Περιστατικό 315 το 2003, Το όνομά μου είναι Ρέητσελ Κόρρυ το 2008 και το 2017, Μονόλογοι από τη Γάζα με τον τίτλο Η Γάζα είναι Μαθήματα επιβίωσης, το 2012) αλλά και την τελευταία χρονιά 2021-2022 (Ο πατέρας μου η Αθήνα και το Σμύρνη… Μανίτσα μου). Το Χρονικό των δέκα ημερών παρουσιάστηκε για πρώτη φορά πέρυσι στα πλαίσια της Περιφέρειας Αττικής στην Ελευσίνα και στην Αρτέμιδα και η απήχηση που είχε στον κοινό ήταν μεγάλη. Η συμβολή της μουσικής που είναι πρωτότυπη (Μαρίνα Χρονοπούλου), αλλά και αναφορά σε δυο τραγούδια της εποχής βοηθάει στο ζωντάνεμα της ατμόσφαιρας με την εξαιρετικά ευαίσθητη φωνή και τους αυτοσχεδιασμούς της Ηρώς Σαΐα.

Ποια ανθρώπινα συναισθήματα, εικόνες και ιστορικά ντοκουμέντα αναβιώνει το

έργο αυτό;

Στην ιστορία του Χρονικού παρουσιάζεται πολύ καθαρά τόσο το ιστορικό πλαίσιο της εποχής πριν και κατά την διάρκεια της καταστροφής στο Αϊβαλί το 1922. Βλέπει κανείς καθαρά πόσο ανυπεράσπιστοι ήταν οι άνθρωποι απέναντι στην ανατροπή της ιστορίας που ήθελε λαούς που μέχρι την προηγούμενη στιγμή συμβίωναν επί δεκαετίες, ξαφνικά να γίνουν εχθροί και να σκοτώνουν ο ένας τον άλλον και μάλιστα με τέτοια απανθρωπιά. Όμως η ιστορία που αφηγείται η Αγάπη Μολυβιάτη Βενέζη, η δική της ιστορία, έχει το εξαιρετικό στοιχείο ότι μέσα στη δίνη του πολέμου και της καταστροφής, έχει την καλή τύχη να συναντήσει έναν αληθινό άνθρωπο που –αν και εχθρός– καταφέρνει μέσα του να μετασχηματίσει το μίσος του σε αγάπη και να τη σώσει αντί να τη σκοτώσει. Το κείμενο έχει χαρακτηριστικά βιβλικής παραβολής και όμως πρόκειται για μια εντελώς πραγματική ιστορία.

Εσάς προσωπικά τι σας συγκινεί περισσότερο από την ιστορία της Αγάπης Μολυβιάτη – Βενέζη;

Αυτό που με συγκινεί περισσότερο είναι πρώτα απ’ όλα το πάθος της γυναίκας αυτής, της νεαρής αυτής κοπέλας τότε να αψηφήσει τον κίνδυνο και ν’ αρχίσει να τρέχει μες στην φλεγόμενη πόλη για να βρει τον αδελφό της. Και κατά δεύτερο η απίστευτη τύχη της, που τελικά ήταν τύχη και για όλους τους Έλληνες , να συναντήσει την εξαίρεση και όχι μόνο να σωθεί η ίδια και η οικογένειά της, αλλά και να μπορέσει εν τέλει να βοηθήσει και τον αδελφό της Ηλία Βενέζη, σύμφωνα με ό, τι έχει ο ίδιος παραδεχθεί στο βιβλίο του «Μικρά Ασία Χαίρε», και έτσι να μπορέσουμε όλοι εμείς να γνωρίσουμε αυτόν τον μοναδικό συγγραφέα. Ήταν σαν ένα ευνοϊκό άγγιγμα της μοίρας πάνω στην οικογένειά τους, αλλά και σε ολόκληρα τα ελληνικά γράμματα αυτή η περιπέτεια της αδελφής του.

Ποιο σημείο του έργου «μιλάει» πιο έντονα στην ψυχή του θεατή;

Είναι πολλά τα σημεία που συγκινούν και συγκλονίζουν σ’ αυτή την ιστορία. Τόσο στο πρώτο μέρος της περιπλάνησής της μέσα στη φλεγόμενη πόλη, όσο και στο δεύτερο όπου βρίσκεται κλεισμένη στο σπίτι του Τούρκου αξιωματικού, ο οποίος την σέβεται και την προστατεύει σαν αδελφή του. Πρόκειται για μια αφήγηση που μας μαθαίνει πως ακόμα στις μεγαλύτερες δυσκολίες και στους πιο μεγάλους κινδύνους το να μην παρατάμε τον αγώνα μας, μας δίνει ίσως τη μοναδική ελπίδα σωτηρίας.

Πόσο επηρέασε την Ελλάδα η κουλτούρα των Ελλήνων της Σμύρνης που μετά την Καταστροφή ήρθαν στην Ελλάδα ως πρόσφυγες;


Ενάμιση εκατομμύριο άνθρωποι ήρθαν από εκεί. Ό, τι είμαστε σήμερα είναι προϊόν της ώσμωσης του τοπικού στοιχείου με τον πολιτισμό των ανθρώπων της Μικρασίας. Στο τραγούδι, στην ποίηση, στη λογοτεχνία, στο φαγητό, στο ντύσιμο, στο κέντημα, στον τρόπο ζωής και συμπεριφοράς μας. Οι Μικρασιάτες έφεραν στους Ελλαδίτες έναν κοσμοπολιτισμό που εκείνοι δεν είχαν καθόλου γνωρίσει ποτέ προηγουμένως. Μπορεί να τους κακοδέχθηκαν στην αρχή αλλά οι συνήθειες, οι μελωδίες, οι ρυθμοί μπήκαν, τρύπωσαν στη ζωή του τόπου τούτου και ρίζωσαν τόσο βαθιά που σήμερα να είναι αξεχώριστα δεμένα όλα αυτά με τον πολιτισμό του σύγχρονου Έλληνα πολίτη.

Πώς βλέπετε σήμερα την ακραία προκλητικότητα των Τούρκων απέναντι στην Ελλάδα;

Ως καλλιτέχνης και απλός άνθρωπος αυτό που νιώθω βαθιά μέσα μου είναι ότι οι λαοί μας δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν. Μοιάζουμε σε πολλά μεταξύ μας και αν μπορούσαμε να τα βρούμε ξέχωρα από προστάτες ίσως να πετυχαίναμε να συνεννοηθούμε καλύτερα απ’ ό, τι φαίνεται τώρα. Αλλά επειδή δεν είμαι μόνο καλλιτέχνης και άνθρωπος απλός αλλά και άνθρωπος που ασχολήθηκε με την πολιτική, αντιλαμβάνομαι το μέγεθος του προβλήματος και ανησυχώ σοβαρά κάθε φορά που ακούω τις ειδήσεις.

Έχει βρει τον βηματισμό του το ελληνικό θέατρο μετά το σοκ του Κορωνοϊού; Τι άλλαξε τα τελευταία δύο χρόνια στο χώρο σας;

Αυτό που κυρίως άλλαξε είναι ότι έμαθαν με κάποιο τρόπο οι καλλιτέχνες να διεκδικούν κάποια από τα πολλά χρόνια στερημένα δικαιώματά τους. Ακούστηκε η φωνή τους, έγιναν ορατοί ως κλάδος και αυτό είναι καλό. Πολλά θέατρα όπως και πολλές μικρές επιχειρήσεις δεν άντεξαν κι έκλεισαν κι αυτό είναι πολύ λυπηρό και εξοργιστικό, ειδικά για όσους γνωρίζουν τα παρασκήνια των πραγμάτων και είναι σε θέση να ξέρουν τους κινδύνους και για άλλα θέατρα. Τα χρήματα που η πολιτεία διαθέτει για την παραγωγή του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού και ειδικά στις παραστατικές τέχνες και την λογοτεχνία είναι εξωφρενικά λίγα. Και αν δεν φωνάζαμε μέσα στον κορωνοϊό, θα ήταν ακόμα λιγότερα. Δεν υπάρχει εθνική πολιτική για αυτό το θέμα ή αν υπάρχει είναι αν όχι ενάντια σίγουρα αδίκως επιφυλακτική απέναντι στην σύγχρονη ελληνική δημιουργία . Το θέατρο και η λογοτεχνία είναι θεματοφύλακες της γλώσσας ενός λαού και λαός χωρίς γλώσσα σιγά σιγά παύει να είναι λαός. Αυτοί οι κίνδυνοι υπάρχουν και στις άλλες χώρες της Ευρώπης αλλά η εθνική τους πολιτική στα θέματα αυτά είναι εντελώς διαφορετική. Το όριο των κονδυλίων που δίνονται εδώ και εκεί απέχει παρασάγκας.

Ποιες είναι σήμερα οι δυσκολίες στο επάγγελμα του ηθοποιού;

Οι δυσκολίες σήμερα στο επάγγελμα του ηθοποιού στην Ελλάδα όπως και χθες είναι το οικονομικό. Δεν υπάρχουν συλλογικές συμβάσεις εργασίας και άρα η προσφορά και η ζήτηση καθορίζουν τις τιμές με αποτέλεσμα να εκμεταλλεύονται τους αδύναμους και να χρυσοπληρώνουν τους δυνατούς ενώ θα έπρεπε να υπάρξει ένας εξορθολογισμός σε αυτό ακριβώς το πεδίο. Οι ανισότητες είναι τερατώδεις.

Έχετε ποτέ κατά το παρελθόν δεχθεί κάποιου είδους κακοποίηση στη δουλειά σας (λεκτική, ψυχολογική, σωματική);


Πιστεύω ότι οι υποθέσεις που είδαν τις αίθουσες των δικαστηρίων, καθώς και άλλες που ακούστηκαν αλλά δεν έφτασαν ως εκει, σχετίζονται ακριβώς με το ζήτημα αυτής της τερατώδους ανισότητας, ανισότητα που έδωσε λανθασμένα σε κάποιους την εντύπωση ότι είναι κάτι σαν θεοί που μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν, όποτε το θέλουν και όπως το θέλουν ακριβώς.

Ναι, υπήρξα κι εγώ θύμα κακοποίησης εργασιακής κάποτε. Αλλά προτίμησα να αποχωρήσω τότε. Ναι το πλήρωσα και το πληρώνω με αποκλεισμούς σε κάποιους χώρους εργασίας ακόμα και σήμερα, αλλά δεν πειράζει. Αναλαμβάνω το κόστος των λόγων και των πράξεών μου. Ήξερα τι έκανα όταν το έκανα. Και σας διαβεβαιώ άντεξα περισσότερο απ’ όσο πίστευα αλλά και πίστευαν ότι θα αντέξω και αυτό γιατί βρέθηκαν άνθρωποι σημαντικοί να μου σταθούν και να με στηρίξουν. Τώρα πια, έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια και ακόμα είμαστε εδώ, αυτό ίσως σημαίνει κάτι.

Όταν τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα και δεν βλέπεις το φως να λιγοστεύει, υπάρχει πάντα η δυνατότητα να βάλεις το μυαλό σου να δουλέψει και να βρεις τι θα μπορούσες να κάνεις για να σταθείς όρθιος και δυνατός μέσα στο σκοτάδι ως να ξημερώσει. Κι αν ξαφνικά έχεις εχθρούς, λίγο παρακάτω μπορεί να βρεις καινούριους και πιστούς φίλους. Αυτοί είναι οι συνεργάτες μου που τους γνώρισα σε δύσκολες στιγμές και κάναμε πολλά πράγματα μαζί και θα κάνουμε κι άλλα.

Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης: 24 & 25, 31 Οκτωβρίου και 1 Νοεμβρίου στις 21.00
Διάρκεια παράστασης: 70 λεπτά