Με ένα «ψέµα» αποφάσισε να απαντήσει το υπουργείο Οικονοµικών στην αποκάλυψη των «Π» της προηγούµενης εβδοµάδας, χωρίς να δώσει καµία εξήγηση, ούτε για τις καταγγελλόµενες µίζες, ούτε πολύ περισσότερο στο γιατί ο καταγγελλόµενος σύµβουλος παραµένει στην θέση του. Σύµφωνα µε ανακοίνωση που βγήκε λίγες ώρες µετά το δηµοσίευµα το υπουργείο επέλεξε ως γραµµή άµυνας, το... ανεφάρµοστο της νοµοθετικής διάταξης βάσει της οποίας ο κτηµατοµεσίτης Ιωσήφ Λιβανός θα έπρεπε να λάβει αµοιβή για όσα αποκάλυψε σχετικά µε την υπόθεση του «Καρούζος-gate». Με τον τρόπο αυτό θέλουν να υποστηρίξουν ότι δεν υπήρξε παζάρι κάτω από το τραπέζι, άρα εκβιασµοί και πιέσεις για µίζα, για να ενεργοποιηθεί ο νόµος.

Τόσο η υφυπουργός Οικονοµικών, Κατερίνα Παπανάτσιου, από το βήµα της Βουλής όσο και η ανακοίνωση του υπουργείου Οικονοµικών το Σάββατο 28 Απριλίου, µε την οποία απαντούσε στο δηµοσίευµα των «Π», κινούνται σε αυτή τη γραµµή. Παράλληλα, κάνουν λόγο για «λάσπη» που εξαπολύει ο κτηµατοµεσίτης κατά του συνεργάτη του υπουργού Οικονοµικών, Α. Πουλιάση, στην προσπάθειά του να «δικαιωθεί». Από την πλευρά του, ο Ι. Λιβανός απαντά στο υπουργείο Οικονοµικών και στο Μέγαρο Μαξίµου µέσω ανοικτής επιστολής, µε την οποία ζητάει την ανάκληση αυτού του ισχυρισµού και την «ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης».

Το υπουργείο Οικονοµικών, συγκεκριµένα, στην ανακοίνωση του Σαββάτου 28 Απριλίου αναφέρει: «Από την ψήφισή της και µετά, η συγκεκριµένη διάταξη δεν ενεργοποιήθηκε από καµία κυβέρνηση, καθώς δεν εκδόθηκε ποτέ η υπουργική απόφαση που θα καθόριζε τα θέµατα και τις ειδικότερες λεπτοµέρειες εφαρµογής της». Επιπλέον, στρέφεται κατά της εν λόγω διάταξης επισηµαίνοντας για τη µη εφαρµογή της πως «οι λόγοι είναι πολλοί κι έχουν να κάνουν κυρίως µε τη γενική διατύπωση της ρύθµισης του Αρθρου 7 και 7β του Ν. 3610/2007, που µε τη σειρά της επιφέρει δυσκολία απόδειξης του ρόλου ενός καταγγέλλοντος, του ύψους της φοροδιαφυγής, των υπηρεσιών που είναι αρµόδιες για να εφαρµόσουν τις διαδικασίες κ.λπ.».

Επίσης, στην ανακοίνωση τονίζεται ότι «δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να εκδοθεί από το υπουργείο Οικονοµικών πράξη που να αφορά ατοµικά τον καταγγέλλοντα ή οποιαδήποτε άλλη µεµονωµένη περίπτωση, εφόσον δεν υπάρχει το θεσµικό πλαίσιο. Εποµένως, δεν υπήρχε καν το έδαφος για οποιαδήποτε συναλλαγή».



Σήµερα τα «Π» αποκαλύπτουν την απάντηση που έδωσε η υφυπουργός Οικονοµικών, Κατερίνα Παπανάτσιου, στην ερώτηση του βουλευτή Νίκου Νικολόπουλου σχετικά µε την επίµαχη νοµοθετική διάταξη, κάτι που εκθέτει τόσο τον κ. Τσακαλώτο, όσο και την κυρία Παπανάτσιου. Η απάντηση δόθηκε στις 18 Ιανουαρίου 2018. Σε αυτήν η υφυπουργός, σε αντίθεση µε την επίσηµη ανακοίνωση του υπουργείου Οικονοµικών, ανέφερε πως εξετάζεται ο βέλτιστος τρόπος για την εφαρµογή της διάταξης. Αρα, κάθε άλλο παρά ανεφάρµοστο θεωρούσε το υπουργείο Οικονοµικών τον νόµο.

Στην σχετική απάντηση προς τον κ. Νικολόπουλο η κ. Παπανάτσιου αναφέρει ότι: «Στο πλαίσιο της ρύθµισης αυτής και κατόπιν σχετικού αιτήµατος της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου µας, προωθήθηκε από τις αρµόδιες υπηρεσίες της ΑΑ∆Ε σχετικό ενηµερωτικό σηµείωµα, στο οποίο περιλαµβάνεται η άποψη ότι, προκειµένου για την εφαρµογή της ανωτέρω διάταξης, θα πρέπει τα απαιτούµενα δικαιολογητικά, µεταξύ αυτών και η πράξη επιβολής προστίµου κατά του καταγγελλόµενου, να υποβάλλονται προς το Ελεγκτικό Συνέδριο, γεγονός από το οποίο προκύπτει προβληµατισµός περί ενδεχόµενης παραβίασης τόσο των διατάξεων περί φορολογικού απορρήτου όσο και των διατάξεων περί προστασίας του ατόµου από την επεξεργασία προσωπικών δεδοµένων(...). Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο των ανωτέρω, το υπουργείο Οικονοµικών εξετάζει τον βέλτιστο τρόπο για την εφαρµογή της σχετικής νοµοθετικής ρύθµισης», αναφέρει στην πλήρη απάντησή της. Άρα η κυρία Παπανάτσιου παραδέχεται τον Ιανουάριο του 2018 ότι κσι σχετική εισήγηση έγινε και απάντηση της ΑΑ∆Ε υπήρξε και το υπουργείο έψαχνε τρόπο να εφαρµόσει το νόµο.

ΕΓΓΡΑΦΟ ΧΑΡΔΟΥΒΕΛΗ

Τα «Π» παρουσιάζουν σήµερα έγγραφο του υπουργείου Οικονοµικών, µε ηµεροµηνία 10 Σεπτεµβρίου 2014, επί υπουργίας Γκίκα Χαρδούβελη, µε το οποίο η Γενική Γραµµατεία ∆ηµοσίων Εσόδων απαντά σε εξώδικη πρόσκληση-όχληση του κ. Λιβανού για το ίδιο θέµα. Σε αυτό γίνεται λόγος για την ανάγκη έκδοσης απόφασης του υπουργού Οικονοµικών και εκφράζεται ο προβληµατισµός περί ενδεχόµενης παραβίασης τόσο των διατάξεων του φορολογικού απορρήτου όσων και των διατάξεων περί προστασίας του ατόµου από την επεξεργασία προσωπικών δεδοµένων.

Ταυτόχρονα, η Γενική Γραµµατεία ∆ηµοσίων Εσόδων δίνει τη «λύση» στο ζήτηµα, επισηµαίνοντας: «(...) Προκειµένου να επιλυθούν τα παραπάνω προβλήµατα και να καταστεί δυνατή η έκδοση κατά σύννοµο τρόπο της σχετικής Υπουργικής Απόφασης και να εφαρµοσθούν οι διατάξεις του Αρθρου 7β του Ν. 3610/2007, έχουµε ενηµερώσει τους υπουργούς Οικονοµικών µε σχετικά ενηµερωτικά σηµειώµατα ότι απαιτείται νοµοθετική ρύθµιση, έτσι ώστε η διαβίβαση της ΑΕΠ προς το Ελεγκτικό Συνέδριο να µην προσκρούει ούτε στο φορολογικό απόρρητο ούτε στα θέµατα προστασίας του ατόµου από την επεξεργασία προσωπικών δεδοµένων».



Τι δείχνουν αυτά; Από το 2014 ακόµη το υπουργείο Οικονοµικών κινείται στο πνεύµα της απάντησης που έδωσε η υφυπουργός Παπανάτσιου στον βουλευτή Νικολόπουλο τον Ιανουάριο του 2018. Με τον τρόπο αυτόν διαψεύδεται εκ των πραγµάτων το επιχείρηµα του υπουργείου Οικονοµικών µε την ανακοίνωση της 28ης Απριλίου, η οποία επιχειρεί να καταστήσει αβάσιµες τις καταγγελίες Λιβανού που δηµοσιοποίησαν τα «Π». Αν, µάλιστα, λάβουµε υπόψη και τη διαδικασία που πρότεινε η Γενική Γραµµατεία ∆ηµοσίων Εσόδων το 2014, τότε ο νόµος την περίοδο 2015-2018 όχι µόνο δεν ήταν ανεφάρµοστος, αλλά είχε βρεθεί και η νοµική φόρµουλα για την εφαρµογή του.