Η αντιμετώπιση των κόκκινων δανείων απαιτεί πλήρη και έγκυρη ενημέρωση τόσο των δανειοληπτών όσο και όλων όσων εμπλέκονται στο διακανονισμό τους, υποστήριξε ο Γιάννης Δραγασάκης μιλώντας σε συνέδριο για το θέμα. Μίλησε παράλληλα για την ανάγκη να διαμορφωθεί μια νέα εθνική αναπτυξιακή στρατηγική, κάτι που απαιτεί ουσιαστικό κοινωνικό και πολιτικό διάλογο, ειλικρινείς αντιπαραθέσεις αλλά και κοινούς τόπους και συγκλίσεις.

Αναφορικά με την καθυστέρηση στην αξιολόγηση επανέλαβε ότι «ο «κόμπος» που έπρεπε να λυθεί ήταν οι διαφωνίες μεταξύ των δανειστών και οι παράλογες απαιτήσεις ορισμένων εξ αυτών» και τόνισε ότι «κάνουν λάθος όσοι από άγνοια ή ως αντιπολιτευτική τακτική υποτιμούν τα αντίμετρα που πέτυχε η κυβέρνηση και την αρχή της δημοσιονομικής ουδετερότητας που τα διέπει».

«Το βασικό συμπέρασμα που πρέπει να αντλήσουμε από τη διαπραγμάτευση για τη δεύτερη αξιολόγηση είναι ότι οι σχέσεις στο εσωτερικό της ευρωζώνης παραμένουν ασύμμετρες. Και με τα Μνημόνια και την επιτροπεία η ασυμμετρία πολλαπλασιάζεται», εκτίμησε και άσκησε κριτική στο εσωτερικό λέγοντας ότι «δεν βοήθησαν πολιτικές δυνάμεις, κοινωνικοί φορείς και παράγοντες της δημόσιας ζωής που σε κρίσιμες στιγμές αντιπαράθεσης με παράλογα αιτήματα των δανειστών πήραν τη θέση των τελευταίων ή τήρησαν την υποκριτική στάση του Πόντιου Πιλάτου».

«Το τέλος των Μνημονίων δεν θα έρθει αυτόματα ως μια τυπική διαδικασία το καλοκαίρι του 2018, αλλά θα κριθεί από το τί θα κάνουμε από τώρα ως το καλοκαίρι του 2018, από την ικανότητά μας να οργανώσουμε από τώρα σε νέες βάσεις την πολιτική μας ζωή μετά το 2018, έπειτα από τα Μνημόνια και την επιτροπεία».

Τα κόκκινα δάνεια

Σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης «η ρύθμιση των χρεών να υπηρετήσει την παραγωγική ανασυγκρότηση, να στηρίξει τη βιώσιμη και κοινωνικά υπεύθυνη επιχειρηματικότητα, να βοηθήσει τις παραγωγικά βιώσιμες επιχειρήσεις να απαλλαγούν από την παγίδα της υπερχρέωσης. Αν και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν τη βάση της οικονομίας, ο δυναμισμός τους μένει παγιδευμένος λόγω της υπερχρέωσης προς τράπεζες, Δημόσιο, ασφαλιστικά Ταμεία και ιδιώτες προμηθευτές. Σε πολλές περιπτώσεις, το αρχικό χρέος έχει καταστεί μη εξυπηρετήσιμο λόγω της διόγκωσης του με πανωτόκια, προσαυξήσεις και πρόστιμα».

Οπως είπε «οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις τόσο καιρό συναντούσαν έναν «τοίχο»: μια ακαμψία από όλους τους πιστωτές. Καμιά συνεννόηση, καμιά διαπραγμάτευση. Μόνο πάγιες ρυθμίσεις, που είτε απορροφούσαν και την τελευταία ρευστότητα των επιχειρήσεων ή κάποιες μη βιώσιμες λύσεις που διόγκωναν ακόμη περισσότερο το πρόβλημα, αφού οι επιχειρήσεις πλήρωναν ενώ το χρέος συνέχιζε να μεγαλώνει…

Από την άλλη μεριά οι τράπεζες αδυνατούσαν να τους παρέχουν χρηματοδότηση γιατί κουβαλούσαν ένα τεράστιο βάρος μη εξυπηρετούμενων δανείων, κάτι που οδήγησε σε 3 διαδοχικές ανακεφαλαιοποιήσεις.

Έτσι λοιπόν, οι επιχειρήσεις και ειδικά οι μικρομεσαίες δεν είχαν τη δυνατότητα να διεκδικήσουν πρόσβαση στη χρηματοδότηση, είτε από το τραπεζικό σύστημα είτε από το ΕΣΠΑ για να επιβιώσουν, οπότε ορισμένες από αυτές διακρατούσαν φόρους και μισθούς. Αυτή την κατάσταση παραλάβαμε ως Κυβέρνηση. Το αδιέξοδο αυτό, χρόνο με το χρόνο μετακυλυόταν άλυτο και διογκούμενο. Οι όποιες νομοθετικές παρεμβάσεις αποδείχτηκαν ατελέσφορες. Ο λεγόμενος «νομός Δένδια» έπεσε στο κενό», τόνισε.

«Δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για αναβλητικότητα δεν υπάρχει καθόλου χρόνος για χάσιμο. Ούτε για τις τράπεζες ούτε για τη δημοσιά διοίκηση ούτε για τους δανειολήπτες», ξεκαθάρισε ο Γιάννης Δραγασάκης. «Το μέσο της αναγκαίας επιτάχυνσης των βημάτων για την αντιμετώπιση αυτής της δραματικής κατάστασης είναι ένα καινοτόμο εργαλείο, μια σημαντική μεταρρύθμιση: ο Νόμος του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων».

«Στόχος δεν είναι να επιβραβεύσουμε στρατηγικούς κακοπληρωτές, ούτε να δώσουμε συγχωροχάρτια σε όσους πήραν και σε αυτούς που έδιναν θαλασσοδάνεια. Το ακριβώς αντίθετο επιδιώκουμε», σημείωσε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης.