Αν και οι εκλογές της 21ης Μαΐου στην Ελλάδα δεν μονοπωλούν τις συζητήσεις παγκοσμίως, ωστόσο, σύμφωνα με το Bloomberg, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στο εάν η χώρα θα καταφέρει να αποφύγει ένα νέο «πολιτικό δράμα» και να διατηρήσει την ανοδική της τροχιά στον τομέα της οικονομίας, προκειμένου να προσελκύσει τους επενδυτές που αναζητούν νέες επιχειρηματικές δραστηριότητες. 

«Από την κατασκευή μιας νέας γραμμής του μετρό μέχρι τις πολυσύχναστες καφετέριες και ταβέρνες και τους τουρίστες που περιφέρονται στις πλατείες όπου κάποτε ταραξίες συγκρούονταν με την Αστυνομία, η επιστροφή της Ελλάδας από τα βάθη της οικονομικής κρίσης είναι αδύνατο να μη φανεί στην Αθήνα», γράφει το Bloomberg.

«Η ανάκαμψη της οικονομίας έχει θέσει τη χώρα σε τροχιά ανάκτησης του καθεστώτος της επενδυτικής βαθμίδας ύστερα από 13 χρόνια. Το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν βρίσκεται ακριβώς εκεί όπου βρισκόταν όταν η Ελλάδα αθέτησε το χρέος της το 2010 και βυθίστηκε κατά περισσότερο από το ένα πέμπτο. Η ανεργία έχει μειωθεί περισσότερο από το μισό από την κορύφωσή της στο 28%. Οι έλεγχοι για να σταματήσει η έξοδος των ευρώ καταργήθηκαν πριν από περισσότερα από τρία χρόνια. Οι ελληνικές μετοχές και τα ομόλογα έχουν εκτοξευθεί», επισημαίνει. 

Η πρόκληση για τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, καθώς οδεύει προς μια δύσκολη εκλογική αναμέτρηση αυτό το Σαββατοκύριακο, είναι να πείσει αρκετούς Έλληνες ότι δεν μένουν πίσω σε αυτό το ταξίδι που ο ίδιος αποκαλεί από την «παλιά» στη «νέα Ελλάδα».

Σε καλό δρόμο, αλλά με κόστος

Σημειώνει, όμως, ότι «το βάρος αυτής της ανάκαμψης εξακολουθεί να βαραίνει ένα εκλογικό σώμα που αγωνίζεται όπως και η υπόλοιπη ήπειρος». 

Αναφέρει ότι η πανδημία, η ακρίβεια, το κόστος ζωής, προκλήσεις που κλήθηκε να αντιμετωπίσει με ένταση όχι μόνο η Ελλάδα αλλά η Ευρώπη και ο κόσμος, δεν έχουν αφήσει αλώβητα τα λαϊκά νοικοκυριά.

Στο δημοσίευμα του Bloomberg επισημαίνεται ότι οι ελληνικές εκλογές μπορεί να μην απολαμβάνουν της δημοφιλίας των εκλογών στη γειτονική Τουρκία, ούτε να είναι το ίδιο κρίσιμες. Ωστόσο, oι δημοσκοπήσεις τοποθετούν τον Μητσοτάκη και το κόμμα του, τη Νέα Δημοκρατία, μπροστά από τον αντίπαλο πρώην πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος κατά τη διάρκεια της θητείας του αντιστάθηκε στα μέτρα που υπέδειξαν οι πιστωτές της Ελλάδας, μέχρι που υποχώρησε και εξασφάλισε ακόμα ένα πακέτο διάσωσης. Μια αλλαγή στο εκλογικό σύστημα, ωστόσο, καθιστά τις δεύτερες κάλπες πιθανές.

«Tο διακύβευμα είναι αν η Ελλάδα μπορεί να αποφύγει άλλη μια περίοδο πολιτικού δράματος και να διατηρήσει μια πορεία που έχει βελτιώσει τη διεθνή της θέση και έχει κάνει τη χώρα ένα μέρος που οι επενδυτές θέλουν να δραστηριοποιηθούν ξανά».

«Η Ελλάδα να μην ξαναγίνει σημείο κρίσης»

«Το κυριότερο από τη σκοπιά ενός ξένου θα ήταν ότι η Ελλάδα δεν θα ξαναγίνει σημείο κρίσης», δήλωσε στο Bloomberg ο Νίκος Βέττας, γενικός διευθυντής του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών στην Αθήνα. «Με άλλα λόγια, ότι θα καταφέρει να κάνει δύο πράγματα: να εξυπηρετήσει κανονικά το εξωτερικό της χρέος και ότι θα διατηρήσει αρκετά εύρωστους ρυθμούς ανάπτυξης».


Σε άλλο σημείο του ρεπορτάζ τονίζεται ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης ηγείται του μετασχηματισμού της Ελλάδας, μια διαδικασία που «επισκιάστηκε από ένα φρικτό σιδηροδρομικό δυστύχημα και ένα σκάνδαλο κατασκοπείας που ενέπλεξε την κυβέρνησή του».

Οι εκλογές και η πορεία της ελληνικής οικονομίας

Παράλληλα, αναφέρονται τα βήματα που έχει κάνει η ελληνική οικονομία το τελευταίο διάστημα. «Το 2022 η Ελλάδα κατάφερε να μειώσει τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ ταχύτερα από οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Το ασφάλιστρο κινδύνου για τα ελληνικά κρατικά ομόλογα σε σύγκριση με εκείνο της Γερμανίας έχει μειωθεί περίπου στο ένα τρίτο κατά το τελευταίο έτος. Διαπραγματεύονται με παρόμοια απόδοση με τα ιταλικά ομόλογα, τα οποία κατέχουν επενδυτική βαθμίδα». 

«Ο λόγος χρέους της Ελλάδας, ωστόσο, εξακολουθεί να παραμένει ο υψηλότερος από κάθε άλλη χώρα στην περιοχή του ευρώ, ενώ το έθνος έχει δρόμο να διανύσει για να καλύψει τη χαμένη εποχή της κρίσης χρέους», υπογραμμίζεται. 

Το δημοσίευμα συνεχίζει: «Η οικονομία αναμένεται να φτάσει φέτος τα 223 δισ. ευρώ, όσο περίπου ήταν το 2010, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Eurostat. Ωστόσο, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ των 21.200 ευρώ είναι περίπου 29% μικρότερο απ' ό,τι στην Τσεχική Δημοκρατία, μια χώρα με παρόμοιο μέγεθος πληθυσμού στο λιγότερο εύπορο πρώην ανατολικό μπλοκ της Ευρώπης. Πριν από την κρίση το ΑΕΠ της Ελλάδας ήταν περίπου 37% υψηλότερο από αυτό των Τσέχων».

«Η Αττική θα αποφασίσει ποιος θα κυβερνήσει την Ελλάδα»

Όπως επισημαίνουν οι ανταποκριτές του Bloomberg, η μάχη θα δοθεί στην Αττική. Εκεί θα κριθεί, καθώς «η περιφέρεια της Αττικής, η οποία περιλαμβάνει την εκτεταμένη πρωτεύουσα που φιλοξενεί περισσότερο από το ένα τρίτο των 10,6 εκατομμυρίων κατοίκων της χώρας, θα αποφασίσει τελικά ποιος θα κυβερνήσει την Ελλάδα.

Αυτό που αναζητούν οι ψηφοφόροι είναι μια πορεία προς ένα βιοτικό επίπεδο που να ανταποκρίνεται τουλάχιστον στον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ, δήλωσε ο κ. Βέττας.