Έχουν περάσει πλέον τρεις εβδοµάδες από το τραγικό δυστύχηµα των Τεµπών, είναι εµφανές, ωστόσο, ότι η ελληνική κοινωνία βρίσκεται ακόµη υπό το σοκ του γεγονότος, λαµβάνοντας καθηµερινά αντικρουόµενες ερµηνείες για τα αίτια του δυστυχήµατος.

Για τον λόγο αυτόν, αυθόρµητα η κοινή γνώµη στην ερώτηση για το ποιος ευθύνεται βάζει στο κάδρο όλους τους εµπλεκοµένους, προτάσσοντας, ωστόσο, την ευθύνη της σηµερινής κυβέρνησης. Η κυβερνητική διαχείριση δεν έχει καταφέρει να καταλαγιάσει την οργή του κόσµου, καθώς ακόµη δεν έχουµε σαφή εικόνα για το τι ίσχυε τελικά στα σιδηροδροµικά δροµολόγια της χώρας.

Απότοκο αυτής της κατάστασης είναι η σηµαντική πτώση της εκλογικής επιρροής της Ν.∆., η οποία ωστόσο, σε σχέση µε τη δηµοσκοπική εικόνα των πρώτων ηµερών µετά το δυστύχηµα, έχει σταµατήσει να καταγράφει απώλειες και διατηρεί µια µειωµένη διαφορά από τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος αδυνατεί να εισπράξει την κυβερνητική φθορά.

Τα νέα δεδοµένα δεν ανατρέπουν τους εκλογικούς συσχετισµούς, διαµορφώνουν, ωστόσο, ένα νέο τοπίο στο πολιτικό περιβάλλον, όπου τα προηγούµενα διλήµµατα αποκτούν νέο περιεχόµενο, διαφορετική προσέγγιση και δυναµική.

Αντιστροφή

Μία από τις µεταβολές που έχει προκαλέσει στο πολιτικό πεδίο η τραγωδία των Τεµπών είναι η αντιστροφή της κοινής γνώµης γύρω από το δίληµµα µεταξύ αυτοδυναµίας και κυβερνήσεων συνεργασίας. Η τάση στο συγκεκριµένο ερώτηµα έχει πλέον αντιστραφεί σε σχέση µε τις προηγούµενες µετρήσεις, καθώς καταγράφεται πια µια οριακή πλειοψηφία υπέρ του σχηµατισµού κυβέρνησης συνεργασίας και όχι επαναληπτικών εκλογών.

Το κυβερνητικό αφήγηµα περί «αυτοδύναµης Ελλάδας» έχει τραυµατιστεί και οι πολίτες σε µεγάλο βαθµό αρχίζουν να αµφισβητούν την αποτελεσµατικότητα του «επιτελικού κράτους». Η κυβέρνηση συνεχίζει, βέβαια, να στηρίζει σθεναρά το µοντέλο λειτουργίας της, προβάλλοντας την επιτυχηµένη διαχείριση µιας σειράς κρίσεων κατά τη διάρκεια του εκλογικού της κύκλου. Το σοκ, όµως, του σιδηροδροµικού δυστυχήµατος σκεπάζει τις όποιες επιτυχίες των προηγούµενων ετών και αποδυναµώνει τον στόχο της αυτοδυναµίας.

Τα δεδομένα

Με βάση, λοιπόν, τα τελευταία δεδοµένα της GPO και κάνοντας την κατανοµή των εδρών µε προβολή των δηµοσκοπικών ποσοστών στα έγκυρα, µε την απλή αναλογική η Ν.∆. συγκεντρώνει 115 έδρες, ο ΣΥΡΙΖΑ 100, το ΠΑΣΟΚ 35, το ΚΚΕ 25, η Ελληνική Λύση 13 και το ΜέΡΑ25 12 έδρες. Στο συγκεκριµένο σενάριο, το ποσοστό της µη αντιπροσωπευόµενης ψήφου, των κοµµάτων, δηλαδή, που µένουν εκτός Βουλής, ανέρχεται στο 7,5%.

Εδώ, βέβαια, υπεισέρχεται µια σειρά αστάθµητων παραγόντων, που σχετίζονται µε το ύψος της συµµετοχής στην επερχόµενη εκλογική διαδικασία, την πιθανή αντισυστηµική έκφραση του εκλογικού σώµατος, ως απάντηση στο συνολικό έλλειµµα εµπιστοσύνης απέναντι στο πολιτικό σύστηµα, και τη συµπεριφορά των αναποφάσιστων ψηφοφόρων, η δεξαµενή των οποίων έχει αυξηθεί σηµαντικά µετά τα Τέµπη.



Κανείς, εποµένως, δεν µπορεί να αποκλείσει µια πιθανή είσοδο και άλλων κοµµατικών σχηµατισµών στη Βουλή, γεγονός που θα κατακερµατίσει σε ακόµα µεγαλύτερο βαθµό τις κοινοβουλευτικές δυνάµεις, καθιστώντας ακόµα πιο δύσκολο τον σχηµατισµό ενός σταθερού κυβερνητικού σχήµατος.

Οι δυναμικές

Ούτε, όµως, µε την εφαρµογή του συστήµατος του κλιµακωτού µπόνους, του εκλογικού νόµου, δηλαδή, της Ν.∆., µπορεί µε τα σηµερινά δεδοµένα να σχηµατιστεί αυτοδύναµη κυβέρνηση. Σε αυτή την περίπτωση η Ν.∆. θα συγκέντρωνε 141 έδρες και θα χρειαζόταν τη συνδροµή και κάποιου άλλου κόµµατος για τον σχηµατισµό πλειοψηφίας.

∆εν µπορούµε, βέβαια, να προβλέψουµε µε ασφάλεια τις δυναµικές που θα αναπτυχθούν µεταξύ των δύο εκλογικών αναµετρήσεων, ούτε και το ποσοστό της συµµετοχής στις δεύτερες εκλογές. Το ελληνικό πολιτικό σύστηµα δεν φαίνεται ώριµο αυτήν τη στιγµή να δηµιουργήσει µια νέα αντίληψη συνεργασιών, αυτό όµως δεν έχει καµία σηµασία, αν το εκλογικό σώµα αποφασίσει να την επιβάλει.

*Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά στις 24 Μαρτίου 2023 (Η ανάλυση στηρίζεται σε δημοσκόπηση που παρουσιάστηκε στο Star).