Απάντηση στην έκθεση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, όπου επισημαίνεται ότι υπάρχει διαφορά απόψεων μεταξύ Ελλάδας και ΗΠΑ για τα όρια του εναέριου χώρου της χώρας μας, δίνουν διπλωματικές πηγές.


Σημειώνεται ότι οι ΗΠΑ δήλωσαν αδυναμία να παρουσιάσουν κατάλογο με τις τουρκικές παραβιάσεις στο Αιγαίο για τους εξής δύο λόγους:


«Πρώτον, η Ελλάδα διεκδικεί έναν εναέριο χώρο που εκτείνεται έως και 10 ναυτικά μίλια από την ακτογραμμή της και χωρικά ύδατα έως 6 ναυτικά μίλια. Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, ο εναέριος χώρος μιας χώρας συμπίπτει με τα χωρικά ύδατα. Έτσι, οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνωρίζουν έως και 6 ναυτικά μίλια εναέριου χώρου της Ελλάδας, σύμφωνα με τα χωρικά ύδατα της Ελλάδας. Επομένως, η Ελλάδα και οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν συμμερίζονται την ίδια άποψη σχετικά με την έκταση του εναέριου χώρου της Ελλάδας».


Ο δεύτερος λόγος είναι ότι, αν και η χώρα μας διεκδικεί επί του παρόντος έως και 6 ναυτικά μίλια χωρικών υδάτων στο Αιγαίο, «η Ελλάδα και οι γείτονές της δεν συμφώνησαν για οριοθέτηση συνόρων στις περιοχές όπου επικαλύπτονται τα νόμιμα θαλάσσια δικαιώματά τους. Η έλλειψη τέτοιας οριοθέτησης σημαίνει ότι δεν υπάρχει σαφήνεια ως προς την έκταση των χωρικών υδάτων της Ελλάδας και του αντίστοιχου εναέριου χώρου σε αυτές τις περιοχές, καθιστώντας αδύνατη οποιαδήποτε αξιολόγηση των συνολικών παραβιάσεων του εναέριου χώρου της Ελλάδας».


Η απάντηση της Αθήνας


Διπλωματικές πηγές επισημαίνουν ότι τα όρια των Ελληνικών χωρικών υδάτων, όπως και τα θαλάσσια σύνορα μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας είναι ξεκάθαρα καθορισμένα εδώ και χρόνια στη βάση του συμβατικού και του εθιμικού διεθνούς δικαίου.


Συγκεκριμένα αναφέρουν:


«Αναφορικά με την έκθεση του Αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών, η οποία διαβιβάστηκε στο Αμερικανικό Κογκρέσο, στο πλαίσιο των διατάξεων του «Eastern Mediterranean Security and Energy Partnership Act» και που σημειωτέον απεστάλη στο Κογκρέσο πριν από περίπου 8 μήνες (στις 18 Μαρτίου 2020), επισημαίνεται ότι τα όρια των Ελληνικών χωρικών υδάτων, όπως και τα θαλάσσια σύνορα μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας είναι ξεκάθαρα καθορισμένα εδώ και χρόνια στη βάση του συμβατικού και του εθιμικού διεθνούς δικαίου και δεν τυγχάνουν ουδεμίας αμφισβήτησης.

Συγκεκριμένα, όσον αφορά το Νοτιο-Ανατολικό Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, τα θαλάσσια σύνορα έχουν καθορισθεί από τη συμφωνία Ιταλίας-Τουρκίας που υπογράφηκε στην Άγκυρα στις 4 Ιανουαρίου 1932, καθώς και το πρακτικό που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της εν λόγω συμφωνίας και υπεγράφη στην Άγκυρα στις 28 Δεκεμβρίου 1932. Η Ελλάδα, ως διάδοχο κράτος, βάσει της συνθήκης των Παρισίων του 1947, απέκτησε την κυριαρχία επί των Δωδεκανήσων χωρίς καμία αλλαγή στα θαλάσσια σύνορα, όπως αυτά είχαν συμφωνηθεί μεταξύ Ιταλίας και Τουρκίας.


Αναφορικά με τα θαλάσσια σύνορα στη Θράκη (μέχρι το σημείο σε απόσταση τριών ναυτικών μιλίων από το Δέλτα του Έβρου), αυτά ορίσθηκαν από τη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923 και το Πρωτόκολλο των Αθηνών του 1926.


Τέλος, αναφορικά με τα θαλάσσια σύνορα μεταξύ των ανωτέρω δύο περιοχών (από Θράκη έως Δωδεκάνησα), όπου τα χωρικά ύδατα της Ελλάδας και της Τουρκίας τέμνονται, τα θαλάσσια σύνορα ακολουθούν τη μέση γραμμή μεταξύ των ελληνικών νήσων και νησίδων και των απέναντι τουρκικών ακτών.


Τα εξωτερικά σύνορα της Ελλάδας, συμπεριλαμβανομένων των χωρικών της υδάτων, τα οποία έχουν αποτυπωθεί επανειλημμένως, αποτελούν ταυτόχρονα και εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»