Την τελευταία του πνοή νικημένος από τον κοροναϊό άφησε ο Δημήτρης Κρεμαστινός σε ηλικία 78 ετών. Ο Δημήτρης Κρεμαστινός νοσηλευόταν στην εντατική του νοσοκομείου "Ευαγγελισμός" από τις 26 Μαρτίου. Ο υπουργός Υγείας Βασίλης Κικίλιας στον λογαριασμό του στο Twitter ανήρτησε συλλυπητήριο μήνυμα. "Ο Δημήτρης Κρεμαστινός, Καθηγητής Ιατρικής και τ. Υπουργός Υγείας, υπηρέτησε το χώρο της Υγείας με αξιοπρέπεια και αίσθημα ευθύνης. Θερμά συλλυπητήρια στους οικείους του και στο ΚΙΝΑΛ", έγραψε ο κ. Κικίλιας.

Ο Δημήτρης Κρεμαστινός γεννήθηκε την 1η Μαΐου του 1942 στη Χάλκη Δωδεκανήσου και μεγάλωσε στον Αρχάγγελο Ρόδου. Σπούδασε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετεκπαιδεύθηκε με υποτροφία του κράτους στη σύγχρονη καρδιολογία στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου.

Ο Δημήτρης Κρεμαστινός αποτέλεσε την «καρδιά» του εθνικού συστήματος υγείας την περίοδο 1993-1996, πρωτοπόρος στην ειδικότητά του για τα εγχώρια ιατρικά δεδομένα, και θεράπων ιατρός του Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά και πλήθους ηγετών και προσωπικοτήτων ανά τον πλανήτη.

Ο «γιατρός του Ανδρέα» είχε διανύσει μια μεγάλη επιστημονική και ακαδημαϊκή πορεία με αφετηρία την ακριτική Σύμη, όπου γεννήθηκε την Πρωτομαγιά του 1942, μέχρι να μπει στον στίβο της πολιτικής, αλλά με τους δικούς του όρους και σίγουρα όχι νοσηρούς. Μάλιστα, η ταύτιση της πολιτικής παρουσίας του με το κοινωνικό και ιατρικό του έργο ήταν πλήρης στη συνείδηση του ελληνικού λαού, αλλά και συστηματική προσωπική του επιδίωξη.



Ο ίδιος, άλλωστε, συνήθιζε να λέει ότι «δεν πιστεύω στον επαγγελματία πολιτικό που αρχίζει τη συναλλαγή από τα πρώτα του βήματα διεκδικώντας θέση στην Αυτοδιοίκηση με τη φιλοδοξία να φτάσει στα ύπατα αξιώματα της πολιτικής χωρίς να έχει επαρκώς με το έργο του δοκιμαστεί από την κοινωνία. Αντίθετα πιστεύω σε εκείνον που θα ασχοληθεί με την πολιτική ύστερα από μία λαμπρή πορεία στην εργασία του, μέσα από την οποία θα διαφαίνεται η εντιμότητά του και η κοινωνική του ευαισθησία».

Αυτή του τη θέση ο Δημήτρης Κρεμαστινός δεν σταματούσε να την επαναλαμβάνει μέχρι τέλους, για αυτό και επιδίωξε ενσυνείδητα το μεγαλύτερο μέρος της προσφοράς του στα κοινά να θητεύει ως εξωκοινοβουλευτικός υπουργός, έχοντας επιλεγεί λόγω και μόνο της επαγγελματικής του καταξίωσης.

Αντίθετα, «αυτή η νοοτροπία (σ.σ. του επαγγελματία πολιτικού) που μας διέπει σήμερα όσον αφορά την πολιτική μας έχει οδηγήσει του στο σημερινό αδιέξοδο. Έχει αποπροσανατολίσει τελείως τον κόσμο με αποτέλεσμα να κινδυνεύει ακόμα και το δημοκρατικό μας πολίτευμα που με τόσες προσπάθειες και θυσίες οικοδομήθηκε το 1974 μετά την κατάρρευση της Χούντας και την Μεταπολίτευση» εκτιμούσε ο Καθηγητής Κρεμαστινός.

Η εποχή του Ανδρέα

Η πολιτική διαδρομή του Δημήτρη Κρεμαστινού επισφραγίστηκε από τη γνωριμία του με τον Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ και Πρωθυπουργό, Ανδρέα Παπανδρέου. Όντας τότε Υφηγητής Καρδιολογίας, Επίκουρος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και Διευθυντής της Καρδιολογικής Κλινικής του νοσοκομείου Γεννηματά, ένα πρωί τον επισκέπτονται στο γραφείο του οι θεράποντες γιατροί του Ανδρέα Παπανδρέου, με επικεφαλής τον Καθηγητή Κώστα Στεφανή και του πρότειναν να εξετάσει και να αναλάβει το θέμα της υγείας του Πρωθυπουργού, η οποία βρισκόταν τότε σε κρίσιμο στάδιο.

papandreou

Μολονότι ο Δημήτρης Κρεμαστινός δεν ήταν μέχρι τότε ευρέως γνωστός -πλην βέβαια των ιατρικών κύκλων- έχαιρε της απόλυτης εμπιστοσύνης του περιβάλλοντος Παπανδρέου από τις πρώτες στιγμές, αλλά και του ίδιου, του Αντώνη Λιβάνη που ενίσχυσε με την γνώμη του την ανάληψη της ιατρικής φροντίδας του πρώην Πρωθυπουργού από τον Καθηγητή.

Για τα πολλά, επόμενα χρόνια και μέχρι το θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου, ο Δημήτρης Κρεμαστινός δεν αποτελεί μόνο τον προσωπικό γιατρό του πρώην Πρωθυπουργού, αλλά και ένα από τα άτομα της απολύτου εμπιστοσύνης με τον Ανδρέα. Αυτό το γεγονός όμως δεν τον ενθάρρυνε στο να αποδεχθεί μια εκλόγιμη θέση στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας, αλλά ήταν η κύρια αιτία που την αρνήθηκε στις εκλογές το 1993 (παρότι ήταν μέλος του ΠΑΣΟΚ από το 1974) και τελικά ανέλαβε εξωκοινοβουλευτικός υπουργός Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων την περίοδο 1993-1996.

Στη Βουλή με τον Σημίτη

Το 1996 γίνεται και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΑΣΟΚ, ενώ το 2000 εισέρχεται στη Βουλή των Ελλήνων ως βουλευτής Δωδεκανήσου, προκειμένου να αναβαθμίσει τις ιατρικές υποδομές του τόπου του. «Έθεσα βασικό στόχο μου να δω τους Δωδεκανήσιους που πάσχουν από καρδιοπάθειες και τις διάφορες μορφές καρκίνου, να νοσηλεύονται και να θεραπεύονται στο νοσοκομείο μας και να μην ταλαιπωρούνται, ψυχικά και οικονομικά, στην Αθήνα ή την Κρήτη» δήλωνε, όταν απαντούσε στο κίνητρο της αποδοχής της πρότασης του Κώστα Σημίτη να τον συμπεριλάβει στα ψηφοδέλτια του ΠΑΣΟΚ στις εθνικές εκλογές του 2000.

Στη διάρκεια της πρώτης βουλευτικής του θητείας ψηφίζεται ο νόμος για το επαγγελματικό ασυμβίβαστο, ο οποίος δεν επιτρέπει στο βουλευτή να έχει καμία άλλη απασχόληση, με τον Καθηγητή Κρεμαστινό να εκφράζει ανοιχτά τη διαφωνία του, αλλά και την πρόθεσή του να εγκαταλείψει οριστικά την πολιτική.

Το «ναι» στον ΓΑΠ

Δεν μπορούσε, ωστόσο, ηθικά να αντισταθεί στο κάλεσμα του γιού του Ανδρέα, Γιώργου Παπανδρέου, όταν ο τελευταίος τον προσκαλεί με επιστολή του στον Τύπο να συστρατευθεί και πάλι στις γραμμές του ΠΑΣΟΚ για τα Δωδεκάνησα. Ο Δημήτρης Κρεμαστινός επιστρέφει ξανά στο ελληνικό Κοινοβούλιο και παραμένει για 10 συναπτά έτη ως Βουλευτής Δωδεκανήσου, φτάνοντας μέχρι το αξίωμα του Αντιπροέδρου της Βουλής.

«Πιστεύω ότι η ενασχόληση του κάθε ανθρώπου με την πολιτική σε κάποια στιγμή της ζωής του αποτελεί κοινωνική υποχρέωση. Άλλωστε τόσο ο Θουκυδίδης όσο και ο Πλάτωνας υποστήριξαν ότι ο άνθρωπος που δεν ασχολείται με τα κοινά θεωρείται «αχρείος», δηλαδή άχρηστος» τόνιζε ο ίδιος στα κείμενά του, αλλά έσπευδε να διευκρινίζει πως η ενασχόληση όμως «με τα κοινά προϋποθέτει κοινωνική καταξίωση και αναγνώριση των ικανοτήτων και της εντιμότητας που αυτός διαθέτει και τα οποία έχουν διαφανεί μέσα από την κοινωνική του συμπεριφορά».

Οι επιστημονικές του περγαμηνές ακολουθούσαν πάντα τον πολιτικό του λόγο, καθώς ο Καθηγητής Κρεμαστινός ανήλθε σε όλες τις βαθμίδες της πανεπιστημιακής ιεραρχίας με συνεχές ερευνητικό και διδακτικό έργο επί 35 χρόνια, χωρίς να οξειδώνεται από τις παθογένειες του ακαδημαϊκού συστήματος. «Προσωπικά καίτοι τριανταπέντε χρόνια πανεπιστημιακός ουδέποτε υπήρξα υποψήφιος για οποιαδήποτε διοικητική θέση στο πανεπιστήμιο (πρόεδρος, κοσμήτορας, πρύτανης) και τούτο γιατί δεν μπορούσα να συμβιβαστώ με τη συναλλαγή η οποία επικρατούσε στα πανεπιστήμια μεταξύ φοιτητών και καθηγητών, γεγονός το οποίο θεωρούσα απαράδεκτο για την ακαδημαϊκή σταδιοδρομία ενός καθηγητή» υποστήριξε με πάθος ακόμη και από τα βουλευτικά έδρανα.

Το ΕΣΥ, το ΕΚΑΒ και το Αττικό

Παρά τη σύντομη, υπουργική του θητεία (1993-1996) ο Δημήτρης Κρεμαστινός κυριάρχησε στο εθνικό συλλογικό ασυνείδητο ως ένας από τους βασικούς μεταρρυθμιστές του Εθνικού Συστήματος Υγείας, συνεχίζοντας το όραμα του Γιώργου Γεννηματά. Στη διάρκεια της θητείας του επεξέτεινε το ΕΚΑΒ σε όλη τη χώρα με ιατρούς καρδιολόγους και αναισθησιολόγους μέσα στις νοσοκομειακές μονάδες για πρώτη φορά, αφού μέχρι τότε τα ασθενοφόρα κυκλοφορούσαν μόνο με νοσηλευτές. Δικής του έμπνευσης υπήρξε και η δημιουργία μονάδων αεροπλάνων του ΕΚΑΒ για τη διακομιδή αρρώστων από τα νησιά και τις απομακρυσμένες περιοχές, με πλήρωμα εξειδικευμένο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, έχοντας διαγνώσει τα προβλήματα των ακριτικών νησιών. Παράλληλα, εγκατέστησε και σύστημα τηλεϊατρικής στην Ελλάδα, με τους πρώτους σταθμούς να τοποθετούνται τότε στα νησιά.



Μπλόκο στο Μάαστριχτ

Στον τομέα της ψυχικής υγείας, αναμόρφωσε όλο το υφιστάμενο μέχρι τότε πλαίσιο, στη σκιά και του ψυχιατρείου Λέρου, το οποίο κατέστησε από «όνειδος» σε «πρότυπο ψυχιατρικό κέντρο». Επί των ημερών του στο Υπουργείο Υγείας κατάφερε να εξαιρέσει τον τομέα δράσης του από τη συνθήκη του Μάαστριχτ, με την Ελλάδα να αποτελεί την μοναδική εξαίρεση χώρας που μπορούσε να αναπτύξει κοινωνικό κράτος, με νέους, κοινοτικούς πόρους πέραν του εθνικού προϋπολογισμού. Ο αστερίσκος, αυτός, του Δημήτρη Κρεμαστινού είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Αττικό, αλλά και δέκα μεγάλων περιφερειακών νοσοκομείων ανά την επικράτεια, όπως και την υλοποίηση μεγάλων προνοιακών υποδομών (ΚΕΚΥΚΑμεΑ) για την υποστήριξη των ΑμεΑ.

Η ενασχόληση με την πολιτική δεν κατάφερε να τον βγάλει από τις χειρουργικές αίθουσες μέχρι το τέλος της ζωής του. Υπηρετώντας την τέχνη του Ιπποκράτη, υπήρξε Διευθυντής στις μεγαλύτερες Καρδιολογικές Κλινικές της χώρας (Νοσοκομείο Γεννηματά, Β Καρδιολογική Κλινική Ωνασείου), κορυφώνοντας την προσφορά του στη δημιουργία της Β΄ Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής Κλινικής του Αττικού Νοσοκομείου, της οποίας υπήρξε ο πρώτος διευθυντής.

Απόφοιτος της Ιατρικής Σχολής Αθηνών και μετεκπαιδευθείς με υποτροφία στην σύγχρονη καρδιολογία στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, ο Δημήτρης Κρεμαστινός ανέπτυξε ένα πλούσιο ερευνητικό έργο. Η ερευνητική του δραστηριότητα δεν έμεινε στις επιστημονικές του όμως ανακοινώσεις, αλλά μετουσιώθηκε σε πράξη, όταν ίδρυσε Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας Εμφράγματος και Στεφανιαίας Νόσου στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο. Ο «καρδιολόγος όλων των Ελλήνων» έτυχε καθολικής αναγνώρισης και εκτός των τειχών, αφού αποτέλεσε επισκέπτης Καθηγητής στα Πανεπιστήμια του Βελιγραδίου και του Έμορυ της Ατλάντα, βραβευμένος από την Ακαδημία Αθηνών, αλλά και μέλος της Αμερικανικής Καρδιολογικής Εταιρείας.

Για τον ίδιο, η Ιατρική υπήρξε μέρος της πολιτικής ως έκφανση της κοινωνικής προσφοράς και ανταπόδοσης. Προσέφερε αμέτρητες φορές, άλλωστε, αφιλοκερδώς υπηρεσίες και συμβουλές σε ασθενείς, αλλά και πάρα πολλούς συναδέλφους του στη Βουλή. Αρθρογραφούσε επί χρόνια με ζήλο, προκειμένου να εκπαιδεύσει το κοινό σε έναν πιο υγιεινό και ασφαλή τρόπο ζωής. Η πλάστιγγα όμως έγερνε πάντα προς την ιατρική μπλούζα, όταν διαπίστωνε ότι η πολιτική έχανε τις αξίες, για τις οποίες ο Δημήτρης Κρεμαστινός μαχόταν. «Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια οι ασχολούμενοι με τη λεγόμενη «πολιτική» είναι προϊόντα του λεγόμενου κομματικού σωλήνα, γεγονός το οποίο αποτυπώνεται με τον χειρότερο τρόπο από την εικόνα πολλών πολιτικών οι οποίοι οδήγησαν τη χώρα στο σημερινό αδιέξοδο» περιέγραφε ο Καθηγητής και πρόσθετε ότι «η συναλλαγή, η αδιαφάνεια, η αγωνία του ανεπάγγελτου πολιτικού περί του τι θα πράξει την επομένη της μη εκλογής του τον καθιστούν ανίκανο να πράξει το πρέπων και να προσφέρει αυτό που χρειάζεται το κοινωνικό σύνολο», παραμένοντας ως το τέλος συνεπής στην πολιτική των αρχών.