Τις πέντε βασικές προϋποθέσεις για την ταχύτερη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας ανέλυσε ο υπουργός Οικονομικών, Χρήστος Σταϊκούρας, μιλώντας στη Σπάρτη, στο πλαίσιο των εορτασμών για τα 2.500 χρόνια από τη Μάχη των Θερμοπυλών.

1η Προϋπόθεση: Η ακόμη μεγαλύτερη μείωση των φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων φυσικών και νομικών προσώπων, σε περιβάλλον υγιών και πειθαρχημένων δημόσιων οικονομικών.

Στην κατεύθυνση αυτή θα συμβάλλει η διεύρυνση της φορολογικής βάσης μέσα από το «χτύπημα» της φοροδιαφυγής, που για εμάς ισοδυναμεί με αγώνα υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Αυτό επιδιώκεται με την ενίσχυση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, την αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών ειδικά σε περιοχές με πολύ υψηλή τιμή αξία ακινήτων, την ενίσχυση των ελέγχων σε πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης ακινήτων, την ενίσχυση των ηλεκτρονικών βιβλίων και της ηλεκτρονικής τιμολόγησης.

Εμείς, χωρίς να ισχυριζόμαστε ότι καταργούμε τις κοινωνικές και εισοδηματικές τάξεις, σχεδιάζουμε και υλοποιούμε πολιτικές για όλους τους πολίτες, με ιδιαίτερη έμφαση στα χαμηλότερα και τα μεσαία εισοδηματικά στρώματα, προκειμένου να μειώσουμε τις κοινωνικές ανισότητες.

2η Προϋπόθεση: Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Αυτή θα επιτευχθεί:

-με την εμπροσθοβαρή αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων,
-με την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων,
-με τη μείωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, και
-με τη σταδιακή τόνωση της πιστωτικής επέκτασης.

Οι θετικές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας έχουν οδηγήσει σε μείωση του κόστους δανεισμού, με αποτέλεσμα η πρόσβαση των πιστωτικών ιδρυμάτων στις αγορές κεφαλαίου – σταδιακά – να αποκαθίσταται, καταθέσεις να επιστρέφουν στο τραπεζικό σύστημα και η πιστοληπτική ικανότητα εταιρειών και νοικοκυριών να βελτιώνεται.

Παρά όμως τα σημάδια σταθεροποίησης της κατάστασης, το μεγάλο ζητούμενο του τραπεζικού συστήματος παραμένει η σημαντική συρρίκνωση του ύψους των «κόκκινων δανείων».

Και προς αυτή την κατεύθυνση, η Κυβέρνηση εργάζεται συστηματικά και αποτελεσματικά.

3η Προϋπόθεση: Η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώνουν την επενδυτική ελκυστικότητα της οικονομίας.

-Με απλοποίηση του αδειοδοτικού και γραφειοκρατικού περιβάλλοντος.
-Με περιορισμό της ρυθμιστικής γραφειοκρατίας.
-Με υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.
-Με δημιουργία ενός παραγωγικού Κράτους, το οποίο θα βλέπει θετικά την προσέλκυση επενδύσεων και θα μεριμνά για την εμπέδωση κουλτούρας διαφανούς και αμοιβαία επωφελούς συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
-Με παροχή υψηλής ποιότητας γνώσεων σε όλες τις βαθμίδες του συστήματος της δημόσιας εκπαίδευσης, της έρευνας και της καινοτομίας, με διεύρυνση των επιλογών, μέσα από ένα σύστημα ανοικτών οριζόντων και ίσων ευκαιριών για όλους τους πολίτες.

Με λίγα λόγια, με τη διεύρυνση της παραγωγικής βάσης και με την αξιοποίηση όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

4η Προϋπόθεση: Η ενίσχυση της υγιούς επιχειρηματικότητας.

Με ένα κράτος που θα δημιουργήσει ένα φιλικότερο επιχειρηματικό περιβάλλον, εποπτεύοντας την αγορά με ισχυρούς και αποτελεσματικούς θεσμούς και ελεγκτικούς μηχανισμούς.

Αλλά και με επιχειρήσεις που θα λειτουργούν με υπευθυνότητα, υιοθετώντας βέλτιστες πρακτικές εταιρικής διακυβέρνησης και επιδεικνύοντας αυξημένη εταιρική κοινωνική ευθύνη.

5η Προϋπόθεση: Η βελτίωση της δυνατότητας αποπληρωμής του δημοσίου χρέους και η δημιουργία επιπλέον δημοσιονομικού χώρου από το 2021.

Η στόχευση της δανειακής στρατηγικής θα είναι η διασφάλιση της συνεχούς εκδοτικής παρουσίας του Δημοσίου στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων, η περαιτέρω μείωση των περιθωρίων δανεισμού, και η περαιτέρω ενίσχυση της εμπιστοσύνης των διεθνών οίκων αξιολόγησης και της επενδυτικής κοινότητας.

Οι υψηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης, το σταθερά χαμηλό κόστος δανεισμού, η πρόωρη αποπληρωμή του ΔΝΤ, και η χρήση των κερδών από τα ελληνικά ομόλογα για αναπτυξιακές πρωτοβουλίες, θα βελτιώσουν τις παραμέτρους βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Δίνοντας τη δυνατότητα, εντός του 2020, να διεκδικήσουμε και να πετύχουμε τη δημιουργία επιπλέον δημοσιονομικού χώρου.

Χρειάζονται διατηρήσιμοι ρυθμοί ανάπτυξης

Συνεχίζοντας ο υπουργός ανέφερε πως η οικονομία «ενώ ξεκίνησε από αναιμικούς ρυθμούς ανάπτυξης το 2017, επιτυγχάνει – όπως όλα δείχνουν – υψηλό ρυθμό μεγέθυνσης το 2019, ενώ προβλέπεται ακόμη υψηλότερος ρυθμός ανάπτυξης το 2020, υπερδιπλάσιος του μέσου ευρωπαϊκού όρου (αρχίζουν μάλιστα να καταγράφονται εκτιμήσεις και για 3% το 2020)».

Σημασία όμως δεν έχουν μόνο οι καλοί ρυθμοί ανάπτυξης, αλλά αυτοί να είναι και διατηρήσιμοι.

Η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, από τη στιγμή που ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας, κάνει ιεραρχημένα, σταθερά και γοργά βήματα για την ανασυγκρότηση της χώρας και την επιστροφή στην πλήρη κανονικότητα, με πολιτικές που έχουν αναπτυξιακή διάσταση και συνδυάζουν, επιτυχώς, την οικονομική αποδοτικότητα με την κοινωνική δικαιοσύνη, τόνισε.

Απόδειξη; Τα πεπραγμένα των 6 πρώτων μηνών στο πεδίο της οικονομίας.

-Καλύψαμε δημοσιονομικά κενά.
-Ολοκληρώσαμε, με επιτυχία, την αξιολόγηση της χώρας.
-Προχωρήσαμε σε γενναία μείωση του ΕΝΦΙΑ.
-Βελτιώσαμε το πλαίσιο ρυθμίσεων οφειλών των πολιτών.
-Καταργήσαμε τους κεφαλαιακούς περιορισμούς.
-Προχωρήσαμε εμβληματικά επενδυτικά έργα.
-Προωθήσαμε αποκρατικοποιήσεις.
-Υλοποιήσαμε την αποπληρωμή του ακριβού τμήματος των δανείων του ΔΝΤ.
-Νομοθετήσαμε πλαίσιο για την αγορά διαδικτυακών τυχερών παιγνίων.
-Ψηφίστηκε ένα φιλο-αναπτυξιακό φορολογικό νομοσχέδιο.
-Ψηφίστηκε μία συστημική λύση για τη μείωση των «κόκκινων δανείων» στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών.
-Η υλοποίηση αυτού του πλέγματος πολιτικών αξιολογείται θετικά από τους εταίρους, τους επενδυτές, τις αγορές, τους οίκους αξιολόγησης, και πρωτίστως από τους Έλληνες πολίτες.

Στοχεύουμε σε ακόμη υψηλότερη ανάπτυξη

«Δεν σταματάμε όμως εδώ. Δεν επαναπαυόμαστε. Δεν εφησυχάζουμε. Το 2020, αναμένουμε επιτάχυνση αυτής της δυναμικής. Και προσδοκούμε να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για να πάμε ακόμη καλύτερα τα επόμενα χρόνια. Στοχεύουμε σε ακόμη υψηλότερη ανάπτυξη, με ανασύνθεση των συστατικών του ΑΕΠ, δηλαδή την κατανάλωση, τις εξαγωγές, αλλά κυρίως τις επενδύσεις, ώστε να διασφαλίζεται η βιωσιμότητα της μεγέθυνσής του», σημείωσε ο κ. Σταϊκούρας και πρόσθεσε:

Η οικονομική πολιτική της Κυβέρνησης θέτει τις βάσεις για να αντιμετωπιστεί το μεγάλο πρόβλημα της οικονομίας, δηλαδή το επενδυτικό κενό.

Επενδυτικό κενό ως αποτέλεσμα της συρρίκνωσης του όγκου των επενδύσεων στην πρώτη φάση της κρίσης, της απότομης χειροτέρευσης των επιχειρηματικών προσδοκιών και των συνθηκών ρευστότητας το 2015 και της μη αναμενόμενης – εκ νέου – συρρίκνωσης των επενδύσεων το 2018.

Η πλήρης αξιοποίηση των διαθέσιμων συντελεστών παραγωγής και η αναπλήρωση του χαμένου αποθέματος κεφαλαίου, αποτελούν τα κλειδιά για τη μετάβαση της οικονομίας σε υψηλότερη καμπύλη παραγωγικών δυνατοτήτων.

Η νέα πολιτική στόχευση είναι οι επενδύσεις, ως ποσοστό του ΑΕΠ, να διπλασιαστούν τα επόμενα χρόνια, το συντομότερο δυνατόν. Επενδύσεις όμως που θα ενσωματώνουν τα επιτεύγματα της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης».

«Για εμάς, οι Θερμοπύλες της οικονομίας είναι το μεγάλο στοίχημα. Σ’ αυτή την πορεία ανασυγκρότησης και ανάπτυξης έχουμε όλοι θέση. Κανένας από τους συμπολίτες μας δεν πρέπει να μείνει πίσω. Υπογραμμίζω, κλείνοντας, την πεποίθησή μου ότι, όλοι μαζί, σε κλίμα συνεννόησης και ευθύνης, πρέπει να ισχυροποιήσουμε την οικονομία, για να εδραιώσουμε μια ολόπλευρα ισχυρή και ασφαλή Ελλάδα, στη σύγχρονη, αβέβαιη και ρευστή σκηνή, στη στενή και ευρύτερη περιοχή μας. Η ιστορία αυτού του τόπου αυτό μας επιβάλλει!», κατέληξε ο υπουργός Οικονομικών.