Σε πλήρη εφαρµογή θα µπει το 2018 το σχέδιο «εξόντωσης» των ελεύθερων επαγγελµατιών και των αυτοαπασχολουµένων, µε τελικό στόχο τη δραστική µείωση του αριθµού τους, αλλά και την αύξηση του µεριδίου των µισθωτών στη συνολική απασχόληση της χώρας.

Το ασφυκτικό πρέσινγκ για την τακτοποίηση των ληξιπρόθεσµων οφειλών µε την απειλή των κατασχέσεων περιουσιακών στοιχείων και των δεσµεύσεων τραπεζικών λογαριασµών, η αλλαγή στον τρόπο υπολογισµού των ασφαλιστικών εισφορών, η δέσµευση ακόµη και του 50% της ονοµαστικής αµοιβής µέσω φόρων και εισφορών, µέχρι και το «κλείσιµο» του παραθύρου των «αποδείξεων δαπάνης» µε την επιβολή ασφαλιστικών εισφορών εξυπηρετούν ακριβώς αυτόν τον στόχο:

να µειωθεί ο αριθµός των αυτοαπασχολουµένων -και κατά συνέπεια ο ελεγκτικός όγκος της Εφορίαςκαι να αυξηθούν οι µισθωτοί, οι οποίοι θεωρούνται «σίγουροι πελάτες» τόσο για τις εφορίες όσο και για τα ασφαλιστικά ταµεία.

Το 2018 ξεκινά µε τον χειρότερο δυνατό τρόπο για τους αυτοαπασχολουµένους, οι οποίοι θα βρεθούν αντιµέτωποι µε ένα ακόµη πιο εχθρικό περιβάλλον:  

1. Οσοι δεν πλήρωσαν ασφαλιστικές εισφορές για επικούρηση και Εφάπαξ µέσα στο 2017 (όχι µε δική τους ευθύνη) θα πρέπει τώρα να τις πληρώσουν εις διπλούν, καθώς θα πρέπει να εξοφλήσουν µέσα σε ένα έτος και τις εισφορές του 2017 και αυτές του 2018.  

2. Από όσους εµφάνισαν αύξηση κερδών το 2016 θα αναζητηθούν αναδροµικά οι πρόσθετες εισφορές της περυσινής χρονιάς.    

3. Ενεργοποιείται ο νέος τρόπος υπολογισµού των ασφαλιστικών εισφορών.  

4. Επιβάλλονται ασφαλιστικές εισφορές και επί των αποδείξεων δαπανών ή «τίτλων κτήσης», όπως λέγονται χαρακτηριστικά.

Το µείγµα είναι εκρηκτικό. Ακόµη και αν δεν ληφθεί υπόψη η επίπτωση της προκαταβολής φόρου ή των ασφαλιστικών εισφορών που θα πρέπει να καταβληθούν αναδροµικά, οι επαγγελµατίες είναι υποχρεωµένοι να δίνουν περίπου το µισό εισόδηµά τους στην Εφορία. Για κέρδη άνω των 60.000 ευρώ, είναι δεδοµένο ότι ο συντελεστής των συνολικών κρατήσεων θα είναι µεγαλύτερος του 50% (σ.σ.: στα 70.000 ευρώ φτάνει στο 51,92%). Ακόµη όµως και σε µικρότερα εισοδήµατα οι επιβαρύνσεις είναι πολύ µεγάλες:    

1. Στα 15.000 ευρώ, οι κρατήσεις φτάνουν στο 44,2%

2. Στα 20.000 ευρώ ο συντελεστής είναι 43,49%

3. Στα 5.000 ευρώ, ο συντελεστής εκτοξεύεται στο 64,57%, καθώς είναι µεγάλη η επίπτωση και του τέλους επιτηδεύµατος, αλλά και των ασφαλιστικών εισφορών λόγω του ελάχιστου πλαφόν.

ΟΙ «ΤΙΤΛΟΙ ΚΤΗΣΗΣ»

Νέος επιχειρεί να εισπράξει µια αµοιβή 1.500 ευρώ (µεικτά) µε απόδειξη δαπάνης ή «τίτλο κτήσης» όπως λέγεται στη γλώσσα των λογιστών. Μέχρι και το τέλος του 2017, θα έπρεπε να πληρώσει 54 ευρώ για το χαρτόσηµο (3,6%) και 300 ευρώ για την παρακράτηση φόρου (σ.σ.: υπολογίζεται µε συντελεστή 20%). Ετσι, το ποσό που θα εισέπραττε θα περιοριζόταν στα 1.146 ευρώ. Από 1ης/1/2018, η υποχρέωση δεν σταµατά εκεί. Επί του ποσού των 1.146 ευρώ (δηλαδή επί αυτού που αποµένει µετά την αφαίρεση του χαρτοσήµου και της παρακράτησης φόρου) θα επιβάλλεται στο εξής και ασφαλιστική εισφορά, η οποία θα υπολογίζεται µε συντελεστή 26,95% και θα καλύπτει κύρια ασφάλιση και υγειονοµική περίθαλψη. Οι ασφαλιστικές εισφορές -οι οποίες θα παρακρατηθούν από τον «εργοδότη» για να αποδοθούν κατευθείαν στον ΕΦΚΑθα ανέλθουν στα 308,8 ευρώ και το τελικό ποσό που θα αποδοθεί θα διαµορφωθεί στα 837 ευρώ. ∆ηλαδή, το καθαρό ποσό αντιστοιχεί στο 55,8% της αρχικής αµοιβής. Οταν θα έρθει η ώρα της εκκαθάρισης της φορολογικής δήλωσης, η περαιτέρω φορολογική µεταχείριση του τίτλου κτήσης θα εξαρτηθεί από την ιδιότητα του αµειβοµένου:  

1. Αν οι αµειβόµενος είναι µισθωτός (και χρησιµοποιεί τον τίτλο κτήσης για να ενισχύσει το εισόδηµά του), τότε το ποσό του τίτλου κτήσης θα φορολογηθεί ως εισόδηµα από ελεύθερο επάγγελµα. Θα προστεθεί στις αµοιβές από µισθωτές υπηρεσίες και ο φόρος θα υπολογιστεί είτε µε συντελεστή 22% είτε µε 29% είτε µε 37%, ανάλογα µε το ύψος του µισθού. Ετσι, η τελική επιβάρυνση θα είναι ακόµη µεγαλύτερη από το 44,2%, ενώ µπορεί να ξεπεράσει ακόµη και το 50%.

2. Αν οι αµειβόµενος έχει µέχρι τρεις εργοδότες στους οποίους έχει εκδώσει αντίστοιχους τίτλους κτήσης, τότε θα φορολογηθεί ως «µισθωτός». Αυτό είναι και το ιδανικό σενάριο, καθώς το ποσό των 300 ευρώ θα του επιστραφεί, καθώς θα καλυφθεί από το αφορολόγητο. Ετσι, από τα 1.500 ευρώ θα του µείνουν καθαρά τα 1.137 ευρώ (σ.σ.: ασφαλιστικές εισφορές και χαρτόσηµο εννοείται ότι δεν επιστρέφονται).