Σαρωτικές αλλαγές για χιλιάδες ιδιοκτήτες ακινήτων φέρνει η ευρωπαϊκή απόφαση για ένταξη των κτιρίων στο ευρωπαϊκό σύστημα δικαιωμάτων εκπομπών ρύπων. Στο πλαίσιο της προσπάθειας απανθρακοποίησης της ευρωπαϊκής οικονομίας έως το 2030 θεσπίζεται ένα «πακέτο» πολύπλοκων νόμων και κανόνων με συγκεκριμένους στόχους για όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι στόχοι αυτοί αφορούν την επίτευξη μεγαλύτερων ποσοστών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στην τελική κατανάλωση, τη μείωση των αερίων του θερμοκηπίου, την εξοικονόμηση ενέργειας και την ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασμού.

Απανθρακοποίηση

Τα κτίρια θεωρούνται από τους κύριους υπεύθυνους της κλιματικής κρίσης, απορροφώντας το 40% της ενεργειακής κατανάλωσης (που κυρίως αφορά ηλεκτρισμό και ορυκτά καύσιμα στη θέρμανση), οπότε οι δράσεις απανθρακοποίησής τους θα έχουν τεράστια οφέλη για την οικονομία και τα νοικοκυριά.

Μια τέτοια νομοθεσία που πέρασε πρόσφατα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με στόχο τη μείωση χρήσης ορυκτών καυσίμων (πετρελαίου και φυσικού αερίου) και την αντικατάστασή τους από καθαρότερες μορφές ενέργειας, είναι το Σχέδιο Εμπορίας Εκπομπών Αερίων του Θερμοκηπίου (ETS) στα κτίρια. Το σχέδιο αυτό εφαρμόζεται για πολλά χρόνια στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, στη βιομηχανία και άλλους κλάδους και είναι βασικός κορμός της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής.

Επιβαρύνσεις

Όπως επισημαίνει στην «Α» ο διευθύνων σύμβουλος του Ινστιτούτου για την Ευρωπαϊκή Πολιτική για την Ενέργεια και το Κλίμα (IEECP), Βλάσης Οικονόμου, η επέκταση αυτού του συστήματος στα κτίρια από το 2027 ουσιαστικά σημαίνει ότι θα προκύψει μια επιβάρυνση στην τιμή των ορυκτών καυσίμων που χρησιμοποιούνται στα κτίρια (κυρίως για θέρμανση χώρου και νερού) με βάση τις εκπομπές ισοδύναμου διοξειδίου του άνθρακα (CO2) που εκλύουν τα καύσιμα αυτά όταν καίγονται. Το υπόχρεο μέρος που θα δεχτεί αυτή την επιβάρυνση θα είναι ο πάροχος του καυσίμου, την οποία -κατά πάσα πιθανότητα- θα μετακυλήσει στον αγοραστή/κάτοικο. Ο κάθε πάροχος θα λάβει έναν στόχο μείωσης των ισοδύναμων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου για τα καύσιμα που πουλάει, ενώ στο τέλος της κάθε περιόδου θα πρέπει να αποδεικνύει ότι έχει πιάσει τον στόχο του, αλλιώς θα του επιβάλλεται κάποιο πρόστιμο αναλογικό (ενδεχομένως) με την τρέχουσα τιμή του CO2 στην αντίστοιχη αγορά εκπομπών ή κάποια ανώτατη τιμή. Κάθε τόνος CO2 ουσιαστικά καλύπτεται από μια άδεια εκπομπής του, την οποία ο πάροχος πρέπει να παρουσιάσει στην τελική εκκαθάριση στο τέλος της κάθε περιόδου. Ο συντελεστής μείωσης των εκπομπών ορίστηκε σε 5,15% από το 2024 και 5,43% από το 2028 και αποφασίστηκε να δημοπρατηθεί επιπλέον 30% του συνολικού όγκου των δημοπρασιών για το πρώτο έτος της έναρξης του σχήματος, ώστε να ομαλοποιηθεί γρήγορα η λειτουργία του. Μέρος των εσόδων από τους πλειστηριασμούς θα χρησιμοποιηθεί για τη στήριξη ευάλωτων νοικοκυριών και μικρών επιχειρήσεων μέσω του Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου.

Μονόδρομος η (δαπάνη για) ενεργειακή αναβάθμιση

Ουσιαστικά, οι επιλογές που θα έχουν οι πάροχοι ενέργειας θα είναι: α) η μείωση της πωλούμενης ποσότητας ορυκτών καυσίμων, β) η αντικατάστασή τους (ή μέρος αυτών) με καθαρά καύσιμα και ηλεκτρισμό (προωθώντας έτσι την αντικατάσταση των καυστήρων πετρελαίου και αερίου με αντλίες θερμότητας), γ) η συνέχιση πώλησης ίδιας ποσότητας με πληρωμή προστίμου, δ) η αγορά αδειών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου σε μια τιμή αγοράς για την κάλυψη του στόχου από άλλους παρόχους που θα έχουν πιάσει τους στόχους τους.

Μόλις ξεκινήσει το σύστημα, εάν η τιμή των δικαιωμάτων εκπομπών ρύπων υπερβεί τα 45 ευρώ/τόνος για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, θα απελευθερωθούν πρόσθετα δικαιώματα, αυξάνοντας την προσφορά στην αγορά.

Το νέο ETS θα βασιστεί πάνω στην τιμή των αδειών που θα επιβαρύνουν και την τιμή του καυσίμου στο κτίριο. Η ζήτηση στα καύσιμα θέρμανσης είναι αρκετά ανελαστική, καθώς δεν βοηθάει την άμεση αλλαγή τρόπου θέρμανσης. Συγκεκριμένα, εάν αυξηθούν οι τιμές του φυσικού αερίου κατά 1%, η μείωση της ζήτησης του αερίου στα κτίρια φτάνει μόνο 0,2% σε διάστημα 3-4 ετών και 0,7% σε διάστημα 5-10 ετών.

Τα νοικοκυριά έτσι μπορούν να ανταποκριθούν ευκολότερα με το να μειώσουν τη θερμοκρασία στον θερμοστάτη ή να μειώσουν τη θέρμανσή τους, ενώ η αλλαγή καυστήρα σε αντλία θερμότητας είναι αρκετά δυσκολότερη οικονομικά, με αποτέλεσμα έτσι τα νοικοκυριά να εγκλωβίζονται στα ορυκτά καύσιμα. Χωρίς όμως την αναγκαία υποστήριξη στα νοικοκυριά με χαμηλά εισοδήματα, θα δημιουργηθεί έντονο κοινωνικό πρόβλημα με την αύξηση των τιμών.

Ένδεια

Πρόσφατες έρευνες του IEECP για λογαριασμό ευρωπαϊκών φορέων έδειξαν ότι τόσο στην Ελλάδα όσο και στις περισσότερες χώρες με ενεργειακή ένδεια, η αναβάθμιση κτιρίων για τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος και ο εξηλεκτρισμός της θέρμανσής τους είναι μονόδρομος. Όπως αναφέρει ο κ. Οικονόμου, για την Ελλάδα, με βάση και τις αναμενόμενες αυξήσεις τιμών του αερίου από τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς, τα φτωχότερα νοικοκυριά θα αναγκαστούν να μειώσουν την ενεργειακή τους χρήση (λόγω αυξημένου κόστους) για θέρμανση κατά 10%, ενώ, αν προχωρήσουν σε εξηλεκτρισμό με ενεργειακές αναβαθμίσεις, θα καλύψουν πλήρως τις ανάγκες τους, εξοικονομώντας 50% του κόστους και ξεφεύγοντας από την ενεργειακή ένδεια στα επόμενα 8 με 10 χρόνια. Με βάση άλλες μελέτες για την Ελλάδα, μια τιμή στα 45 ευρώ/τόνος θα σήμαινε μια αύξηση κατά 0,8% στο ποσοστό της συνολικής κατανάλωσης ενός νοικοκυριού, ενώ η μέση τιμή του φυσικού αερίου θα μπορούσε να αυξηθεί έως και 40%. Οι αυξήσεις αυτές θα είναι αναλογικές και με τις αναμενόμενες αυξήσεις των τιμών της ενέργειας τα επόμενα χρόνια, εντείνοντας την ανάγκη για την εφαρμογή μέτρων στήριξης των νοικοκυριών με χαμηλότερα εισοδήματα και την επιτάχυνση των προγραμμάτων για την ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων. Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή