Στον έβδομο τόμο ξεδιπλώνεται η ζωή και η δράση των υπόδουλων Ελλήνων τα έτη 1833 έως 1881. Στη Θράκη, τη Μακεδονία, την Ήπειρο, τη Θεσσαλία, την Κρήτη, τα Δωδεκάνησα, τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και τα νησιά του Βόρειου Αιγαίου, τη Δυτική Μικρά Ασία, καθώς επίσης και την Κύπρο. Την περίοδο αυτή οι περισσότεροι Έλληνες, τα τρία τέταρτα περίπου του συνόλου, ζούσαν υπό την εξουσία του σουλτάνου και ανέμεναν τη δική τους απελευθέρωση, προσβλέποντας και στο ελληνικό κράτος. Κατόρθωσαν με την εργατικότητα και τη μόρφωσή τους να επιτελέσουν σπουδαίες προόδους, ευδοκιμώντας στο εμπόριο και στις επιστήμες. Οι επαναστάσεις που έγιναν τότε δεν κατόρθωσαν να επικρατήσουν και να επιτύχουν τον σκοπό τους. Πρόβαλαν όμως έντονα την ελληνική συνείδηση των πληθυσμών και αποτέλεσαν ισχυρό παράδειγμα που θα βοηθούσε αργότερα στην πραγματοποίηση των στόχων των Ελλήνων για την πολυπόθητη ελευθερία της Πατρίδας.

Οι 4 νέοι τόμοι της βραβευμένης σειράς της Εκδοτικής Αθηνών παρουσιάζουν τα γεγονότα από το 1833 και την άφιξη του Όθωνα, μέχρι το 1881. Τα χρόνια αυτά οι περισσότεροι Έλληνες ήταν ακόμη υπόδουλοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, άλλοι ζούσαν στο πρόσφατα ανεξάρτητο ελληνικό κράτος ή στο Ιόνιο κράτος ή ήταν απόδημοι σε ξένες χώρες. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από αλλεπάλληλες επαναστάσεις στην Κρήτη, τη Θεσσαλία, την Ήπειρο, τη Μακεδονία. Το νεοϊδρυθέν ελληνικό κράτος υπήρξε εξ αρχής πολιτικό κέντρο του ελληνισμού. Η ιστορία του κατέχει πρωταρχική θέση στην ιστορία του νεότερου ελληνισμού. Σημαντικά ορόσημα της εποχής ήταν η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και το συνταγματικό πολίτευμα που αυτή εξασφάλισε. Την ίδια περίοδο αυξήθηκε ο πληθυσμός της χώρας, έγιναν έργα οδικά και λιμενικά, αναπτύχθηκε η βιομηχανία και πάρθηκαν μέτρα κοινωνικής πολιτικής. Στη συνέχεια στα χρόνια της βασιλείας του Γεωργίου ψηφίστηκε το 1864 νέο Σύνταγμα, ένα από τα πλέον δημοκρατικά της εποχής του. Με τη στάση του πρωθυπουργού Αλέξανδρου Κουμουνδούρου και τη θαρραλέα αρθρογραφία του Χαρίλαου Τρικούπη το 1877 θεσπίστηκε η καθολική ψηφοφορία των ενήλικων αρρένων πολιτών. Έτσι η Ελλάδα ως προς το πολίτευμα ξεχώριζε μεταξύ των πιο προηγμένων κρατών. Διανεμήθηκαν τα εθνικά κτήματα, κατασκευάστηκαν αξιόλογα έργα, ιδρύθηκαν τα Ταμεία Συντάξεων και εμφανίστηκαν τα πρώτα εργατικά σωματεία. Την ίδια περίοδο από το 1863 ως το 1881, οι υπόδουλοι Έλληνες της Θεσσαλίας , της Ηπείρου, της Μακεδονίας, της Θράκης, της Μικράς Ασίας, του Πόντου, της Κύπρου, της Κρήτης, των Δωδεκανήσων και των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου κατόρθωσαν να αναπληρώσουν τις μεγάλες απώλειες που είχαν υποστεί στα χρόνια της Επανάστασης και να ευδοκιμήσουν στο εμπόριο και στις επιστήμες σε βαθμό κυριαρχικό σχεδόν στις μεγαλύτερες πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως στην Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη. Το ίδιο έγινε και με τους απόδημους Έλληνες, από τους οποίους προήλθαν κυρίως οι μεγάλοι εθνικοί ευεργέτες. Τέλος, όλοι οι Έλληνες αυτής της εποχής, υπόδουλοι ή απόδημοι, είχαν αξιόλογες επιδόσεις στην παιδεία, στα γράμματα και στις τέχνες και γενικά στον πολιτισμό. Μία εξαιρετικά σημαντική περίοδος που έθεσε τα θεμέλια του νεοελληνικού κράτους.