Σοβαρές ενστάσεις για το σχέδιο νόμου του υπουργείου Δικαιοσύνης για την διαμεσολάβηση διατυπώνει η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας με αποτέλεσμα να ζητάει την απόσυρση του και την τροποποίηση του.

Η Ολομέλεια με τη συμμετοχη 58 εκ των 63 Προέδρων δικηγορικών συλλόγων συνεδρίασε σήμερα εκτάκτως για το επίμαχο νομοσχέδιο το οποίο προωθείται στη Βουλή με τη διαδικασία του κατεπείγοντως.

Το παρών στη συνεδρίαση έδωσε και ο Πρόεδρος της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής, Αρεοπαγίτης, κ. Χαράλαμπος Μαχαίρας, ο οποίος έδωσε απαντήσεις στις ερωτήσεις των Προέδρων.


Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων κατέληξε στις εξής θέσεις : «Ο χρόνος διαβούλευσης των τριών εργασίμων ημερών που δόθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, εν μέσω δικαστικών διακοπών, δεν εξασφαλίζει ουσιαστική διαβούλευση και παραβιάζει τον ν. 4046/2012 περί καλής νομοθέτησης.

Προκαλεί κατάπληξη η εισαγωγή του νομοσχεδίου με την διαδικασία του κατεπείγοντος, παρότι δεν προκύπτει από τα μέχρι σήμερα διαθέσιμα στην Ολομέλεια έγγραφα στοιχεία ότι, πρόκειται για προαπαιτούμενο των θεσμών στο πλαίσιο της παρούσας αξιολόγησης.

Το δικηγορικό σώμα τάσσεται σταθερά υπέρ των εναλλακτικών μορφών επίλυσης διαφορών (ΕΕΔ), όπως η διαμεσολάβηση, η δικαστική μεσολάβηση και η διαιτησία, που μπορούν να συμβάλουν στην ταχεία και αποτελεσματική επίλυση των διαφορών.

Αποτελεί θεμελιακό χαρακτηριστικό του θεσμού της διαμεσολάβησης η εκούσια υπαγωγή των μερών σε αυτόν.

Το δικηγορικό σώμα τάσσεται σταθερά κατά της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης, όπως εισάγεται με το προκείμενο νομοσχέδιο.

Εισάγεται σε αδικαιολόγητα εκτεταμένο εύρος διαφορών και μάλιστα προβλέπει αυξημένο κόστος για τους πολίτες. Για τους λόγους αυτούς παραβιάζει το ενωσιακό δίκαιο (βλ. απόφαση του ΔΕΕ της 14ης Ιουνίου 2017) και δημιουργεί ζητήματα συνταγματικότητας, καθώς θέτει δυσανάλογο εμπόδιο για την πρόσβαση στον φυσικό δικαστή και την παροχή δικαστικής προστασίας (Συντ. 8 & 20, ΕΣΔΑ 6).

Η νομοθετική επιλογή της υποχρεωτικότητας αποκλίνει ουσιωδώς από όλα σχεδόν τα ευρωπαϊκά νομοθετικά πρότυπα, όπου η διαμεσολάβηση δεν είναι υποχρεωτική. Όπου υφίσταται υποχρεωτικότητα, αυτή αφορά αποκλειστικά στην ενημέρωση των μερών με ελάχιστο κόστος.

Είναι προφανές ότι οι θεσμοί ΕΕΔ προϋποθέτουν την ενεργό στήριξη του συνόλου της νομικής κοινότητας και της κοινωνίας.

Κατόπιν αυτών, θεωρούμε επιβεβλημένη την απόσυρση του νομοσχεδίου με τη σημερινή του μορφή, άλλως την ουσιαστική του τροποποίηση».