Σημαντικά μειωμένος είναι ο αριθμός των εγκλωβισμένων -στα νησιά του βορείου Αιγαίου- μεταναστών και προσφύγων. Ιδιαίτερα στη Λέσβο μέσα σε οκτώ μέρες, από τη 1η Μαρτίου μέχρι σήμερα το πρωί, ο αριθμός μειώθηκε κατά 412 άτομα, από τους 4.152 στους 3.720.

Συνολικά στα νησιά του βορείου Αιγαίου ο αριθμός των εγκλωβισμένων από την 1η Μαρτίου μειώθηκε από 9.209 σε 8.715 άτομα.

Σε σχέση με την αρχή της χρονιάς και παρά την είσοδο στα νησιά 1.929 συνολικά νέων προσφύγων και μεταναστών, ο αριθμός μειώθηκε από 11.078 σε 8.715 δηλαδή στην πραγματικότητα μετακινήθηκαν 4.292 άτομα δηλαδή περισσότεροι από το 1/3 περίπου των όσων η αρχή της χρονιάς είχε βρει εγκλωβισμένους στα νησιά.

Ας σημειωθεί ότι οι ροές μεταναστών και προσφύγων στα νησιά του βορείου Αιγίου τις τελευταίες 24 ώρες, από το πρωί της Τετάρτης μέχρι και σήμερα Πέμπτη το πρωί ήταν μηδενικές.

Μείωση θέσεων φιλοξενίας προσφύγων μέσω της συγκατοίκησης με οικογένειες ντόπιων

Σε μείωση των θέσεων του προγράμματος προσωρινής στέγασης προσφύγων μέσω συγκατοίκησης με πολίτες της Ελλάδας, προχωρά η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.

Σύμφωνα με πληροφορίες του Αθηναϊκού Πρακτορείου, αυτές οι θέσεις φιλοξενίας θα ανέλθουν το 2017 στις 200. Σήμερα φιλοξενούνται 421 άτομα σε οικογένειες, ενώ το 2016 ο αριθμός των ανθρώπων που φιλοξενήθηκαν σε σπίτια στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη μέσω συγκατοίκησης έφτασαν τους 594.

Το ποσοστό όσων διαμένουν σε διαμερίσματα μέσω αυτού του σχήματος (αφορά τους υποψήφιους για μετεγκατάσταση) είναι πάντως πολύ μικρό και κυμαίνεται μόλις στο 2,6% των 23.000 θέσεων που αφορούν στο συνολικό πρόγραμμα φιλοξενίας προσφύγων σε ξενοδοχεία και διαμερίσματα στη χώρα.

Πηγές της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ αναφέρουν στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι υπήρξαν πρακτικές δυσκολίες στην υλοποίηση του προγράμματος, κυρίως στο να ταιριάξει το προφίλ των φιλοξενούντων με τους φιλοξενούμενους. Για το ταίριασμα αυτό (matching) ακολουθείται μια μακρά διαδικασία, ώστε να διασφαλιστεί η μέγιστη συμβατότητα των δύο οικογενειών.

Αντίθετα, για την υπεύθυνη του προγράμματος στη Μη Κυβερνητική Οργάνωση «Αλληλεγγύη- SolidarityNow», Δήμητρα Χαμηλού, το κύριο πρόβλημα που προέκυψε και «αποτελεί εμπόδιο και αποτρεπτικό παράγοντα για την ομαλή λειτουργία του προγράμματος είναι οι καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση της μετεγκατάστασης», όπως εξηγεί.

«Ενώ το πρόγραμμα αφορά στη συνύπαρξη ιδιοκτητών και προσφύγων για διάστημα δύο με τρεις μήνες, σε ορισμένες περιπτώσεις η φιλοξενία διαρκούσε μέχρι οκτώ μήνες έως ότου ολοκληρωθεί η μετεγκατάσταση», επισημαίνει η κ. Χαμηλού και προσθέτει:

«Παρ' όλα αυτά οι ιδιοκτήτες δεν ήθελαν να διακόψουν τη φιλοξενία, ωστόσο υπήρχε μια σχετική κούραση γιατί άλλαζε η καθημερινότητά τους για μεγάλο χρονικό διάστημα».

«Υπήρχαν άλλα σοβαρά προβλήματα κατά τη διάρκεια των συγκατοικήσεων;», τη ρωτάμε. «Τα προβλήματα που δημιουργούνταν δεν ήταν κάτι περισσότερο από τα προβλήματα μιας οποιασδήποτε συγκατοίκησης. Για παράδειγμα μπορεί να υπήρχαν θέματα καθαριότητας, αλλά αυτά λύνονταν με ένα συγκεκριμένο εβδομαδιαίο πρόγραμμα. Δεν υπήρξαν δηλαδή προβλήματα δομικά ή κουλτούρας, γιατί οι ιδιοκτήτες ήταν συνειδητοποιημένοι», απαντά η κ. Χαμηλού.


Το πρόγραμμα της ΜΚΟ «Αλληλεγγύη- SolidarityNow» για τη φιλοξενία σε των υποψήφιων για μετεγκατάσταση σε οικογένειες και νοικοκυριά φέρει την ονομασία «Home for Hope».

Ξεκίνησε να υλοποιείται τον Απρίλιο του 2016 και, σύμφωνα με τα στοιχεία της οργάνωσης, μέχρι τον Δεκέμβριο του 2016 φιλοξένησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη 720 ωφελούμενους. Συγκεκριμένα, διέμειναν 425 άτομα σε 35 διαμερίσματα στην Αθήνα και 295 σε 20 διαμερίσματα στη Θεσσαλονίκη.

Οι πρόσφυγες φιλοξενήθηκαν σε σπίτια μαζί με τις οικογένειες των ντόπιων ή σε κενά διαμερίσματα που παραχώρησαν για το σκοπό αυτό οι ντόπιοι.

Η Δήμητρα Χαμηλού παρατηρεί ότι το πρόγραμμα «αν και είχε αρκετά ρίσκα, απέδωσε αρκετά καλά γιατί οι Έλληνες ανταποκρίθηκαν».

Μάλιστα, όπως αποκαλύπτει η συντονίστρια προγραμμάτων στέγασης και φιλοξενίας της οργάνωσης, Φαίη Κουτζούκου, το ενδιαφέρον ήταν μεγαλύτερο στη Θεσσαλονίκη. «Θα λέγαμε ότι ήταν πιο ανεκτική η κοινωνία της Θεσσαλονίκης και στη συγκατοίκηση και στην παραχώρηση διαμερισμάτων, ενώ αντίθετα οι πολίτες της Αθήνας ήταν πιο διστακτικοί», εξηγεί.

Η Μαρία Πατσικού και ο σύζυγός της, συνταξιούχοι εκπαιδευτικοί και οι δύο και γονείς τριών παιδιών ήταν μία από τις οικογένειες που φιλοξένησαν πρόσφυγες. Από τον Ιούνιο του 2016 και για τέσσερις μήνες άνοιξαν το σπίτι τους για τον Καρίμ και τα άλλα τέσσερα μέλη της οικογένειάς του, από τη Συρία.

«Είμαστε μια οικογένεια, νιώθουμε πλέον ένα», εξομολογείται η κ. Πατσικού, ενώ ο Καρίμ εκφράζει την ευχή «όλο και περισσότεροι να ανοίξουν το σπίτι τους και να φιλοξενήσουν άλλους ανθρώπους».

Ωστόσο, σήμερα στο πρόγραμμα του «SolidarityNow» υπάρχει μόλις μία συγκατοίκηση στην Αθήνα και έξι συγκατοικήσεις στη Θεσσαλονίκη.

Όπως εξηγεί η Φαίη Κουτζούκου, υπάρχει η ενημέρωση από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες ότι θα συνεχιστεί το κομμάτι της παραχώρησης των άδειων διαμερισμάτων, αλλά όχι το κομμάτι της συγκατοίκησης. «Ωστόσο, εμείς θα θέλαμε να συνεχίσουμε και το κομμάτι των συγκατοικήσεων γιατί θεωρούμε ότι είναι πολύ σημαντικό και θα βοηθήσει στην ένταξη των ανθρώπων στην ελληνική κοινωνία», υπογραμμίζει.

Αντίθετα, αποφασισμένος να συνεχίσει το πρόγραμμα των συγκατοικήσεων είναι ο δήμος Θεσσαλονίκης. Σημειώνεται ότι ο δήμος Θεσσαλονίκης και η ΜΚΟ «Αλληλεγγύη-SolidarityNow» είναι κυρίως οι δύο φορείς που συνεργάζονται με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες στην υλοποίηση του συγκεκριμένου προγράμματος.

Όπως επισημαίνει η συντονίστρια του προγράμματος, Ελένη Δεληγιάννη, «η επιλογή της φιλοξενίας από οικογένειες συνδέεται με την πολιτική για τους πρόσφυγες που εκπονεί ο δήμος Θεσσαλονίκης. Είναι λοιπόν πολιτική απόφαση του δήμου, στο πλαίσιο της στρατηγικής του για το προσφυγικό ζήτημα, να κρατήσει αυτό το είδος φιλοξενίας, γιατί δημιουργεί πολύ καλή επαφή των προσφύγων με την τοπική κοινωνία και βοηθάει στην ενσωμάτωση των ανθρώπων, ώστε να έρθουν σε επαφή με τους ντόπιους και να υπάρξει ανταλλαγή της κουλτούρας, κάτι σαν μπόλιασμα».

Ωστόσο, και ο δήμος Θεσσαλονίκης θα προχωρήσει σε μείωση των θέσεων φιλοξενίας μέσω της συγκατοίκησης και ο λόγος είναι ότι στους συνεργαζόμενους δήμους Καλαμαριάς και Νεάπολης- Συκεών δεν υπήρξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την προσφορά διαμερισμάτων.

Συγκεκριμένα, ο στόχος του δήμου για το 2016 ήταν η προσφορά 60 θέσεων φιλοξενίας. Καθώς οι θέσεις αυτές δεν καλύφθηκαν (δημιουργήθηκαν μόλις 17 θέσεις από τον Σεπτέμβριο 2016, οπότε ξεκίνησε, έως το τέλος του χρόνου), ο στόχος για το 2017 τροποποιείται και αφορά στην προσφορά 40 θέσεων στη Θεσσαλονίκη και τους όμορους δήμους.

Σύμφωνα με την επικεφαλής κοινωνικών επιστημόνων του προγράμματος, Φαίη Δουλγκέρη, οι θέσεις που θα χαθούν από το πρόγραμμα αυτό, θα μεταφερθούν στην εύρεση κενών διαμερισμάτων «γιατί οι πρόσφυγες από εδώ και πέρα μπορεί να χρειαστεί να μείνουν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και άρα θα θελήσουν το δικό τους χώρο».

Ήδη κατά το 2017 ο δήμος Θεσσαλονίκης δέχθηκε 26 αιτήσεις για φιλοξενούσες οικογένειες, από τις οποίες κάποιες ήταν από απομακρυσμένες περιοχές εκτός Θεσσαλονίκης και γι' αυτό τον λόγο δεν μπόρεσαν να ενταχθούν στο πρόγραμμα.

Σήμερα τρεις οικογένειες φιλοξενούν δέκα άτομα και μέχρι το τέλος της εβδομάδας αναμένεται η δημιουργία τεσσάρων επιπλέον θέσεων σε άλλες δύο φιλοξενούσες οικογένειες.

Οι οικογένειες αυτές βρίσκονται στους δήμους Θεσσαλονίκης, Θέρμης και Αμπελοκήπων.

Ο μέσος όρος παραμονής των προσφύγων στις φιλοξενούσες οικογένειες είναι, όπως επισημαίνει η κ. Δουλγκέρη, στους τρεις με τέσσερις μήνες.

Σημειώνεται ότι οι οικογένειες που συγκατοικούν με πρόσφυγες λαμβάνουν συμβολική οικονομική ενίσχυση ανά μήνα, ανάλογα με τον αριθμό των ατόμων που φιλοξενούν.

Για παράδειγμα οι πολίτες που φιλοξενούν μια τετραμελή οικογένεια λαμβάνουν ποσό ενίσχυσης ύψους 300 ευρώ το μήνα για να καλύψουν βασικές καθημερινές δαπάνες.

Αντίστοιχα, οι επισιτιστικές ανάγκες των προσφύγων καλύπτονται σε μηνιαία βάση με προπληρωμένες κάρτες. Στο πρόγραμμα δίνεται προτεραιότητα σε ευάλωτες ομάδες, όπως μονογονεϊκές οικογένειες.