Στις αρχές ∆εκεµβρίου, ο πρόεδρος της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, επισκέφθηκε την Ντόχα, πρωτεύουσα του Κατάρ, για να παραστεί στην ένατη συνεδρίαση της Ανώτατης Στρατηγικής Επιτροπής Τουρκίας - Κατάρ και στην 44η Σύνοδο Κορυφής του Συµβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου.

Η συµµετοχή του Ερντογάν στη σύνοδο αντικατοπτρίζει τη ραγδαία αλλαγή στις σχέσεις της Τουρκίας µε τα αραβικά κράτη του Κόλπου, αν µάλιστα λάβουµε υπόψη ότι η Αγκυρα βρισκόταν σε σκληρή αντιπαλότητα µε το Ριάντ και το Αµπου Ντάµπι µόλις πριν από λίγα χρόνια. Η παρουσία της Τουρκίας σε αυτή τη σύνοδο κορυφής ρίχνει επίσης φως στην πολιτική της απέναντι στον πόλεµο της Γάζας.

*Διαβάστε εδώ: Η ‘’καζάν καζάν’’ τηλεφωνική επικοινωνία Ερντογάν-Μπάιντεν για την πώληση των F-16 στην Τουρκία και την ένταξη της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ

Η Άγκυρα ήταν ενεργή στο διπλωµατικό µέτωπο. Ζήτησε κατάπαυση του πυρός, αποχώρηση των ισραηλινών δυνάµεων από τη Γάζα, παράδοση ανεµπόδιστης βοήθειας στον θύλακα και δήλωσε ότι το παλαιστινιακό ζήτηµα πρέπει να επανέλθει στην περιφερειακή και διεθνή ατζέντα.


Οι κινήσεις

Λειτουργώντας ανεξάρτητα από την πολιτική της ∆ύσης απέναντι στο Ισραήλ, η Άγκυρα έχει επικεντρωθεί στην περιφερειακή διπλωµατία και προσπάθησε να διεθνοποιήσει τη σύγκρουση όσο το δυνατόν περισσότερο. Έχει προωθήσει την ιδέα ενός συστήµατος εγγυητών (µε την Τουρκία φυσικά πρώτη και ορισµένα αραβικά κράτη δεύτερα) της παλαιστινιακής πλευράς, για να σταµατήσει η σύγκρουση.

Η Άγκυρα ελπίζει στη βαθύτερη εµπλοκή δυνάµεων όπως η Κίνα και η Ρωσία και ότι διεθνείς θεσµοί, όπως το ∆ιεθνές Ποινικό ∆ικαστήριο, θα ερευνήσουν τα εγκλήµατα πολέµου στη Γάζα. Προσπάθησε επίσης να κινητοποιήσει τις αραβο-ισλαµικές χώρες, χαρακτηρίζοντας τροµοκράτες τους Ισραηλινούς και τη βία των εποίκων ως µια µορφή τροµοκρατίας.

Προσπαθεί µε κάθε τρόπο να εκµεταλλευτεί την παγκόσµια αντίδραση στον µεγάλο αριθµό Παλαιστινίων που σκοτώθηκαν στη Γάζα από τους Ισραηλινούς από την έναρξη του πολέµου. Από την πλευρά τους, οι ΗΠΑ έχουν επισηµάνει ότι θα επιβάλουν απαγόρευση βίζας σε Εβραίους εποίκους που εµπλέκονται σε επιθέσεις εναντίον Παλαιστινίων και υπάρχει έκκληση προς την Ευρωπαϊκή Ενωση να ακολουθήσει το παράδειγµά τους. Η Γαλλία, π.χ., καταδίκασε τη βία των Ισραηλινών εποίκων στη ∆υτική Οχθη και την αποκάλεσε «πολιτική τρόµου», υποδεικνύοντας ότι η πολιτική της Αγκυρας σε αυτό το µέτωπο µπορεί να έχει απτά αποτελέσµατα.


Οι επιπτώσεις του πολέμου της Γάζας

Οι επιπτώσεις του πολέµου της Γάζας στην περιφερειακή ασφάλεια ήταν άλλη µια σηµαντική πρόκληση για την Τουρκία. Από την αρχή του υπήρξε µεγάλη συζήτηση για την περιφερειοποίησή του, πράγµα που σήµαινε ουσιαστικά ότι το Ιράν και το δίκτυό του θα εισέλθουν στον πόλεµο. Παρά τη µερική ανάµιξη οµάδων που υποστηρίζονται από το Ιράν, όπως η «Χεζµπολάχ», που εκτοξεύει ρουκέτες προς το Ισραήλ από τον Λίβανο, και οι Χούτι, που επιτίθενται σε πλοία των ΗΠΑ και Ισραήλ στην Ερυθρά Θάλασσα, η άµεση εµπλοκή της Τεχεράνης δεν έχει συµβεί ακόµη και φαίνεται απίθανο να συµβεί σύντοµα. Ωστόσο, η περιφερειοποίηση του πολέµου σε κοινωνικό επίπεδο συµβαίνει ήδη. Επιπλέον, υπάρχει µια σηµαντική προοπτική η Γάζα να γίνει µαγνήτης που προσελκύει ξένους µαχητές από όλο τον κόσµο.

∆εδοµένου του συµβολισµού του παλαιστινιακού ζητήµατος, της Ιερουσαλήµ και των ιερών τόπων, όπως το τζαµί Al-Aqsa, για την παγκόσµια µουσουλµανική κοινότητα, η πιθανότητα αυτός ο πόλεµος να προσελκύσει ξένους µαχητές είναι σηµαντική, ιδιαίτερα εάν η εισβολή καταστεί µακροχρόνια. Αυτό θα µπορούσε να πυροδοτήσει µια άλλη φάση ριζοσπαστισµού µε ανεξέλεγκτες επιπτώσεις στην περιφέρεια της Τουρκίας. Από την έναρξη του πολέµου, η Τουρκία µε έξυπνο τρόπο έχει φροντίσει να υποστηρίζει και να συµπληρώνει τους ρόλους βασικών αραβικών κρατών, όπως το Κατάρ, η Αίγυπτος και η Σαουδική Αραβία, αντί να τα ανταγωνίζεται. Με άλλα λόγια, η Αγκυρα εξυπηρετεί και τον αραβικό κόσµο στον πόλεµο της Γάζας.

Αυτό δείχνει ότι υπολογίζει τη γνώµη του αραβικού κόσµου, αλλά και την αντίληψη των αραβικών ελίτ. Αυτή η πολιτική συνάδει περισσότερο µε την περιφερειακή πολιτική της Αγκυρας πριν από την Αραβική Ανοιξη, στην οποία προσπάθησε να εξισορροπήσει τις σχέσεις της στην αραβική λαϊκή γνώµη, διατηρώντας παράλληλα στενότερες σχέσεις µε τις άρχουσες ελίτ. Επιπλέον, παρά την κριτική της για τις «Συµφωνίες του Αβραάµ» όταν υπογράφτηκαν το 2020, η Αγκυρα δεν αντιτίθεται στην αραβο-ισραηλινή οµαλοποίηση. Η Τουρκία ήταν η πρώτη µουσουλµανική χώρα που αναγνώρισε το Ισραήλ και αποκατέστησε τις σχέσεις τους . Ως εκ τούτου, η κριτική της Αγκυρας για τις «Συµφωνίες του Αβραάµ» αντανακλούσε την οδυνηρή κατάσταση των σχέσεών της µε τα Ηνωµένα Αραβικά Εµιράτα, καθώς και µε το Ισραήλ. Στο µέλλον, όταν αναδυθεί ξανά η ιδέα της οµαλοποίησης, η Αγκυρα είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει µια εξωτερική πολιτική που θα εξοµαλύνει τις σχέσεις της µε όλα τα κράτη του Κόλπου.

*Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή της Κυριακής