Μπρα ντε φερ Δημήτρης Τάκης Χριστίνα Κοραή
Το 61% των Ελλήνων ανησυχεί για τα Fake News - Η συνέντευξη της Stephanie Edgerly στo parapolitika.gr
fake-news
Ελλάδα

Το 61% των Ελλήνων ανησυχεί για τα Fake News - Η συνέντευξη της Stephanie Edgerly στo parapolitika.gr

Περισσότεροι από έξι στους δέκα Έλληνες (61%) φαίνεται ότι εκφράζουν την ανησυχία τους αναφορικά με την αλήθεια και την εγκυρότητα μίας είδησης που βλέπουν στο διαδίκτυο ενώ πάνω από τους μισούς (54%) αποφεύγουν, μερικές φορές ή συχνά, τις ειδήσεις.

Πιο συγκεκριμένα, στην κορυφή της λίστας που αφορά την ανησυχία για την εγκυρότητα της είδησης βρίσκεται η Βραζιλία (85%) και ακολουθούν η Πορτογαλία (75%), η Νότια Αφρική (70%) και το Ηνωμένο Βασίλειο (70%) που είδε το ποσοστό του να ανεβαίνει κατά δώδεκα μονάδες το τελευταίο διάστημα εξαιτίας του Brexit. Στον αντίποδα, λιγότερο ανήσυχοι φαίνονται οι κάτοικοι στην Ολλανδία (31%), τη Σλοβακία (37%), τη Γερμανία (38%) και τη Δανία (39%). Σε ό,τι αφορά τη λίστα με τους πολίτες που αποφεύγουν τις ειδήσεις, η «πρωτιά» ανήκει στην Κροατία (56%) και ακολουθούν η Τουρκία (55%), η Ελλάδα (54%) και η Βουλγαρία (46%). Στον πάτο της σχετικής λίστας βρίσκεται η Φινλανδία (17%), η Δανία (15%) και η Ιαπωνία (11%). Ο μέσος όρος των πολιτών που αποφεύγουν τις ειδήσεις παγκοσμίως ανέρχεται σε 32% ενώ, το 2017, το ίδιο ποσοστό βρισκόταν στο 29%.

q1

Στα παραπάνω δεδομένα, που προέρχονται από το Reuters Institute Digital News Report 2019 (δείτε εδώ), στηρίχτηκε η αναπληρώτρια καθηγήτρια του Medill School of Journalism στο Northwestern University, Stephanie Edgerly, για να παρουσιάσει σημεία της έρευνάς της για τις ψευδείς ειδήσεις σε ομιλία της στην Αθήνα την προηγούμενη εβδομάδα. Η έρευνά της συστήνει ότι οι "news avoiders", δηλαδή οι άνθρωποι που, συχνά ή μερικές φορές, αποφεύγουν τις ειδήσεις είναι κατά κύριο λόγο: οι νέοι, οι γυναίκες, οι άνθρωποι με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο ή χαμηλό εισόδημα καθώς και, στην περίπτωση που συζητάμε για τις ΗΠΑ, οι συντηρητικοί - Ρεπουμπλικάνοι.

Μάλιστα, όπως σημείωσε στην παρουσίασή της, υπάρχει ένα κενό ανάμεσα στην εικόνα που έχουν οι άνθρωποι για τον εαυτό και τα ενδιαφέροντά τους και το είδος της παρεχόμενης ενημέρωσης. Για παράδειγμα, πολλοί πιστεύουν ότι οι εξελίξεις στην πολιτική δεν τους αφορούν και δεν τους επηρεάζουν άμεσα και, κατά συνέπεια, δεν επιθυμούν να αφιερώσουν από τον προσωπικό τους χρόνο προκειμένου να ενημερωθούν σχετικά με αυτές. Μία άλλη εξίσου ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι οι πολίτες που δεν έχουν τις απαιτούμενες γνώσεις για τις πηγές ενημέρωσης καθώς και αυτοί που εμπιστεύονται ή υποτιμούν περισσότερο από όσο θα έπρεπε την κρίση τους αναφορικά με την ικανότητά τους να ξεχωρίζουν τις ψευδείς από τις πραγματικές ειδήσεις.

Ένας άλλος αστάθμητος παράγοντας για την κατανάλωση των ειδήσεων είναι το συναισθηματικό κόστος που απαιτείται για την ενημέρωση.

Ένας άλλος αστάθμητος παράγοντας για την κατανάλωση των ειδήσεων είναι το συναισθηματικό κόστος που απαιτείται για την ενημέρωση. Σύμφωνα με την Stephanie Edgerly, ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού παγκοσμίως αποφεύγει τις ειδήσεις, ακριβώς επειδή του προκαλούν ανησυχία, άγχος ή ακόμη και απελπισία. Αξιοσημείωτο σ' αυτό το σημείο είναι να επισημάνουμε ότι βασισμένες σε αντίστοιχα συμπεράσματα έχουν ξεκινήσει σε παγκόσμια κλίμακα να κάνουν την εμφάνισή τους ενημερωτικές ιστοσελίδες όπου δημοσιεύουν αποκλειστικά «καλές ειδήσεις».

Τέλος, το “National Survey of U.S. Adults in 2019” μαρτυρά την έλλειψη δεδομένων που μας επιτρέπουν να συσχετίσουμε την κατανάλωση λίγων ή καθόλου ειδήσεων με δημογραφικές αναλύσεις (π.χ. αν οι κάτοικοι σε μεγαλουπόλεις ή στην ύπαιθρο είναι καλύτερα ενήμεροι) ή τα αρνητικά συναισθήματα που προκαλούν οι ειδήσεις. Αντιθέτως, η χαμηλή κατανάλωση ειδήσεων σχετίζεται με το μειωμένο ενδιαφέρον για την πολιτική, την έλλειψη ενδιαφέροντος για την είδηση και την ελλιπή γνώση απέναντι στην είδηση.

Σημειώνεται ότι η εκδήλωση με τίτλο “The threats to Democracy from spreading of Disinformation: The impact of International Affairs, Politics and Public Opinion” στην οποία βασική ομιλήτρια ήταν η Stephanie Edgerly διοργανώθηκε από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα, το Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων (ΙΔΙΣ), το Deree – The American College και το Ίδρυμα Fulbright.

q2
Ακολουθεί η συνέντευξή της στα «Π»:

  • Ποιες είναι οι βασικές πηγές ενημέρωσης για τους νέους ανθρώπους σήμερα και, σε ποιο βαθμό, μπορούν αυτές οι πηγές να ελέγξουν τις ψευδείς ειδήσεις;

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως το Facebook, το Twitter, και ολοένα περισσότερο το Instagram, είναι οι κύριες πηγές ενημέρωσης. Αυτές είναι οι πλατφόρμες όπου οι νέοι άνθρωποι περνούν πολύ από τον χρόνο τους και πολλοί λένε ότι αυτές οι ιστοσελίδες είναι πηγές για την ενημέρωσή τους και ότι από εκεί μαθαίνουν για πολιτικά θέματα. Ωστόσο, υπάρχουν δύο σημαντικές πτυχές να σκεφτούμε μαζί με αυτή τη γενική τάση.

Πρώτον, το ενδεχόμενο να δει κανείς τις ειδήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι άνισο ανάμεσα στους νέους ανθρώπους. Αυτό που εννοώ είναι πως κάποιοι άνθρωποι βλέπουν πολλές ειδήσεις στα social media γιατί επιδεικνύουν ενδιαφέρον για τις ειδήσεις, ακολουθούν ειδησεογραφικούς οργανισμούς, έχουν φίλους που κάνουν αναρτήσεις για ειδήσεις και αλληλεπιδρούν με αυτού του είδους τις αναρτήσεις. Άλλοι νέοι ενήλικες δεν βλέπουν πολλές ειδήσεις επειδή δεν ακολουθούν ειδησεογραφικούς οργανισμούς ή δεν έχουν φίλους που αναρτούν σχετικό περιεχόμενο και δεν έχουν διάδραση με αυτού του είδους τις αναρτήσεις. Δεύτερον, και οι δύο αυτές ομάδες βασίζονται στα social media για την ενημέρωσή τους. Ωστόσο, η πρώτη ομάδα έχει πλεονεκτικότερη θέση στο να βλέπει τακτικά ειδήσεις, προσπαθεί να επαληθεύσει τις ειδήσεις και διατηρεί ένα δίκτυο που την προειδοποιεί σε περιπτώσεις λανθασμένης είδησης (misinformation) ή σκόπιμης παραπληροφόρησης (disinformation).

Συμπερασματικά, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι η κύρια πηγή ενημέρωσης για τους νέους αλλά υπάρχουν σημαντικές διαφορές στο πως αυτοί χρησιμοποιούν αυτές τις πλατφόρμες που τους καθιστούν με διαφορετικό τρόπο ευάλωτους στις ψευδείς ειδήσεις.

  • Οι ψευδείς ειδήσεις είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο αλλά υπάρχουν συγκεκριμένες χώρες ή περιοχές όπου η παραπληροφόρηση γίνεται ένας πραγματικός κίνδυνος;

Τα θέματα της σκόπιμης παραπληροφόρησης και της λανθασμένης πληροφόρησης είναι πράγματι παγκόσμια. Όταν ταξιδεύω σε διαφορετικές χώρες, βλέπω πολλές ομοιότητες στις ερωτήσεις που κάνουν οι άνθρωποι και στις ανησυχίες που εκφράζουν. Ακούω πολλές ερωτήσεις όπως «τι μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι για να κατανοήσουν πότε κάτι είναι σκόπιμη παραπληροφόρηση ή λανθασμένη είδηση;». Σε όλο τον κόσμο οι άνθρωποι αναρωτιούνται τι είναι αληθινό ή ψεύτικο -ειδικά όταν χρησιμοποιούν το διαδίκτυο- και τι μπορούν να κάνουν γι’ αυτό.

Το πρόβλημα των ψευδών ειδήσεων λειτουργεί εξίσου σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο. Αν πάρεις κάτι σαν την εμπιστοσύνη στα συμβατικά μέσα μαζικής ενημέρωσης, μπορείς να δεις μεγάλη μεταβολή ανά χώρα. Μία χώρα όπως η Φινλανδία, για παράδειγμα, έχει υψηλά επίπεδα εμπιστοσύνης στα Μέσα Ενημέρωσης σε σύγκριση με την Ελλάδα, που είναι κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα εμπιστοσύνης. Ενώ δεν θέλουμε οι άνθρωποι να πιστεύουν τυφλά οτιδήποτε πληροφορία βλέπουν, είναι εξίσου πολύ σημαντικό να έχουν την αίσθηση ότι μπορούν να εμπιστεύονται τα Μέσα τις περισσότερες φορές για τη σωστή ενημέρωσή τους. Σε χώρες που δεν συμβαίνει αυτό, γίνεται πιο δύσκολο να έρθουν σε επαφή με την είδηση, ειδικά αν δεν ακολουθούν τη ροή της. Αυτό σημαίνει ότι οι στρατηγικές για την αντιμετώπισης των ψευδών ειδήσεων είναι πιο δύσκολες σ’ αυτές τις χώρες επειδή οι άνθρωποι δεν πιστεύουν γενικά ό, τι βλέπουν στα ΜΜΕ. Η πρόκληση για τα ενημερωτικά δίκτυα αυτών των χωρών είναι να χτίσουν εμπιστοσύνη με το κοινό, πράγμα που δεν είναι καθόλου εύκολο.

Μία χώρα όπως η Φινλανδία έχει υψηλά επίπεδα εμπιστοσύνης στα Μέσα Ενημέρωσης σε σύγκριση με την Ελλάδα, που είναι κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα εμπιστοσύνης

Φυσικά, οι διαφορές στο σύστημα ενημέρωσης και την εμπιστοσύνη είναι απλά ένας παράγοντας, ενώ είναι εξίσου σημαντικό να θυμόμαστε ότι οι πιο «επιτυχημένες» καμπάνιες παραπληροφόρησης κεφαλαιοποιούν συγκεκριμένα αφηγήματα ή λαϊκές παραδόσεις, όπου οι άνθρωποι έχουν ακούσει στο παρελθόν. Αυτές οι εκστρατείες παίρνουν κάτι που οι άνθρωποι έχουν ακούσει στο παρελθόν και, στη συνέχεια, χτίζουν πάνω σ’ αυτό και το μεγαλοποιούν σε ύψιστο βαθμό. Έτσι, σ’ αυτές τις περιπτώσεις, η παραπληροφόρηση θα πρέπει να γνωρίζει ποιες αφηγήσεις είναι πιο επιβλητικές για ομάδες ανθρώπων, κι αυτό αποκτά μια μορφή πολιτιστικής προκατάληψης. Βέβαια, αυτό απαιτεί να γνωρίζεις τα θέματα, τις ανησυχίες και τις κατηγορίες που μοιράζονται οι άνθρωποι σε μία ορισμένη γεωγραφική περιοχή.

Θεωρώ ότι για να γίνει η παραπληροφόρηση πραγματικός κίνδυνος χρειάζεται κατά ένα μέρος να έχεις χαμηλό επίπεδο εμπιστοσύνης στην είδηση και να βασίζεσαι στους φίλους / οικογένεια ή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και κατά ένα άλλο μέρος να συναντάς πολιτιστικά μηνύματα που πατούν στους φόβους ή παρέχουν μία απλή εξήγηση ή κατηγορία.

  • Σύμφωνα με την έρευνα που παρουσιάσατε κατά τη διάρκεια της ομιλίας σας, το 54% των Ελλήνων αποφεύγουν, συχνά ή μερικές φορές, τις ειδήσεις. Θα έπρεπε αυτή η πληροφορία να ανησυχεί τις ελληνικές αρχές και τι είδους λύσεις θα προτείνατε;

Θεωρώ ότι η αποφυγή των ειδήσεων είναι ανησυχητική τάση για δύο λόγους. Πρώτον, σημαίνει ότι το κοινό των ειδήσεων συρρικνώνεται, πράγμα που περιορίζει την εμβέλεια και τους πόρους για την ποιοτική δημοσιογραφία. Δεύτερον, η έρευνά μου δείχνει ότι αυτοί που αποφεύγουν τις ειδήσεις συμμετέχουν σε μικρότερο βαθμό από αυτούς που καταναλώνουν ειδήσεις τακτικά. Αυτό σημαίνει ότι όσοι αποφεύγουν τις ειδήσεις είναι λιγότερο πιθανό να συμμετέχουν στις κοινότητές τους, να ασχοληθούν με την πολιτική ή ακόμη και να ψηφίσουν. Θεωρώ ότι αυτό είναι πολύ σημαντικό, ιδιαίτερα επειδή όσοι αποφεύγουν τις ειδήσεις τείνουν να είναι νεότεροι, γυναίκες ή άνθρωποι με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο ή εισόδημα. Αυτό εγείρει μερικά ερωτήματα για το τίνος η φωνή μένει έξω από τη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Εγείρει ερωτήματα για το τίνος οι ανησυχίες, οι φωνές και η βοήθεια απουσιάζουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Είναι σημαντικό ερώτημα το τι μπορούμε να κάνουμε για να περιορίσουμε αυτή την τάση. Η έρευνά μου προτείνει ότι υπάρχουν δύο τρόποι για να μετατρέψεις αυτούς που αποφεύγουν τις ειδήσεις σε καταναλωτές ειδήσεων. Πρώτον, αυτοί που αποφεύγουν τις ειδήσεις αντιλαμβάνονται σε μεγάλο βαθμό την είδηση ως κάτι ασύνδετο με τη ζωή τους. Δεν βλέπουν θέματα που να τους ενδιαφέρουν στις ειδήσεις ούτε πιστεύουν ότι οι ιστορίες θα επηρεάσουν την καθημερινότητά τους. Μία λύση είναι να προσπαθήσεις να αλλάξεις αυτές τις στάσεις – πράγμα που δεν είναι καθόλου εύκολο. Σημαίνει ότι οι δημοσιογράφοι θα κατανοήσουν καλύτερα τα θέματα που ενδιαφέρουν όσους αποφεύγουν τις ειδήσεις και σημαίνει επίσης ότι θα μάθουν πώς να λένε σημαντικές ιστορίες με τρόπους που βρίσκουν καλύτερο αντίκρισμα σ’ αυτές τις ομάδες ανθρώπων.

Αυτοί που αποφεύγουν τις ειδήσεις αντιλαμβάνονται σε μεγάλο βαθμό την είδηση ως κάτι ασύνδετο με τη ζωή τους. Δεν βλέπουν θέματα που να τους ενδιαφέρουν ή να αλλάζουν την καθημερινότητά τους.

Αυτή η δεύτερη προσέγγιση επιτυγχάνεται μέσω της βελτίωσης των προσπαθειών των Μέσων Ενημέρωσης. Άνθρωποι με χαμηλό επίπεδο γνώσης απέναντι στο σύστημα ενημέρωση και χαμηλή αυτοπεποίθηση αναφορικά με τις δικές τους ικανότητες να καταλάβουν τις ειδήσεις είναι πιθανότερο να αποφεύγουν και την είδηση. Παρέχοντας στους ανθρώπους γνώση, δεξιότητες και αυτοπεποίθηση, οι ειδήσεις γίνονται κάτι που είναι περισσότερο πιθανό να έρθουν σε επαφή απ’ το να το αποφύγουν.

  • Στην τελευταία φράση της ομιλίας σας είπατε ότι «με ανησυχούν λιγότερο οι άνθρωποι που πιστεύουν στις ψευδείς ειδήσεις και περισσότερο οι άνθρωποι που δεν πιστεύουν στις πραγματικές». Θεωρείτε ότι οι ψευδείς ειδήσεις υπονομεύουν τον ρόλο της δημοσιογραφίας και της αξιόπιστης πληροφόρησης;

Μία από τις σημαντικότερες συνέπειες της συζήτησης για τις ψευδείς ειδήσεις είναι ότι κάνει τους ανθρώπους να ανησυχούν για το τι είναι αληθινό και τι ψεύτικο, χωρίς να τους παρέχει στρατηγικές για το πώς θα πρέπει να αντιμετωπίσουν τις ανησυχίες τους. Ως αποτέλεσμα, οι άνθρωποι είτε δεν πιστεύουν τίποτα από όσα βλέπουν είτε αποφεύγουν τις ειδήσεις συλλήβδην. Κανένα από τα δύο δεν είναι ιδανικό αποτέλεσμα.

Ο στόχος μας δεν μπορεί να είναι απλά να κάνουμε τους ανθρώπους να προσέχουν και να ανησυχούν για την παραπληροφόρηση, χρειαζόμαστε επίσης να ζευγαρώσουμε αυτές τις ανησυχίες με στρατηγικές για πρόληψη. Θα πρέπει να τους παρέχουμε συμβουλές για το που θα διασταυρώσουν τις πληροφορίες τους ή βήματα που θα πρέπει να κάνουν για να αντιμετωπίσουν τις ανησυχίες τους.

Φοβάμαι ότι με όλο αυτόν τον διάλογο για τις ψευδείς ειδήσεις, έχουμε χάσει την κλίμακα του προβλήματος. Υπάρχουν πολλές αξιόπιστες και υψηλής ποιότητας ειδήσεις εκεί έξω. Θα ήθελα να εστιάσουμε περισσότερο στο να κάνουμε τους πολίτες να γνωρίσουν αυτές τις πηγές.

Πηγή εικόνων: Reuters Institute Digital News Report 2019

Aποδοχή Cookies

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies της Google ή/και άλλων παρόχων διαφήμισης για την παροχή των υπηρεσιών του, για την εξατομίκευση διαφημίσεων και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Η Google κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστότοπου. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies.

Διαβάστε περισσότερα