Παρά τη συνεχιζόμενη τάση μείωσης του αριθμού των κρουσμάτων και των εισαγωγών στα νοσοκομεία, η επέλαση της παραλλαγής Όμικρον του νέου κοροναϊού ωθεί τη γερμανική κυβέρνηση προς την επιβολή νέων περιορισμών, ενός «lockdown light», γράφει η Südwest Presse, τόσο στο δημόσιο, όσο και στο ιδιωτικό πεδίο.

Τα μέτρα αναμένεται να συγκεκριμενοποιηθούν κατά την διάσκεψη, αργότερα σήμερα Τρίτη, του καγκελάριου Όλαφ Σολτς με τους πρωθυπουργούς των κρατιδίων.

Ταυτόχρονα, το Ινστιτούτο Ρόμπερτ Κοχ σήμανε συναγερμό, αναβαθμίζοντας το επίπεδο κινδύνου για τον πληθυσμό σε «πολύ υψηλό» – ειδικά για τους ανεμβολίαστους.

Σύμφωνα με προσχέδιο της απόφασης που θα λάβουν σήμερα ομοσπονδία και κρατίδια και έχει στη διάθεσή του το δίκτυο RND, από την 28η Δεκεμβρίου θα μπορούν να συναντώνται ιδιωτικά – είτε σε κλειστό, είτε σε ανοιχτό χώρο – έως 10 άτομα το πολύ, εμβολιασμένα ή μη. Δεν υπολογίζονται τα παιδιά κάτω των 14 ετών.

Τα μεγάλα υπαίθρια πρωτοχρονιάτικα πάρτι αναμένεται να ακυρωθούν, με την κυβέρνηση του Βερολίνου να έχει ήδη ανακοινώσει αυτή την απόφαση για τις εκδηλώσεις που διοργανώνονται παραδοσιακά στην Πύλη του Βρανδεμβούργου. Επίσης, κλειστά θα παραμείνουν τα μεγάλα νυχτερινά κλαμπ, ενώ αθλητικοί και πολιτιστικοί χώροι θα λειτουργήσουν με πολύ περιορισμένο αριθμό θεατών, στο 30-50% της χωρητικότητας, και μόνο για εμβολιασμένους ή ιαθέντες και χρήση μάσκας, ενώ οι διοργανωτές θα έχουν τη δυνατότητα να απαιτήσουν αρνητικό διαγνωστικό τεστ.

Οι αγώνες ποδοσφαίρου της Bundesliga και άλλες αντίστοιχες αθλητικές συναντήσεις θα διεξάγονται ξανά χωρίς φιλάθλους. Είναι μάλλον χαρακτηριστικό το ότι σε προηγούμενο προσχέδιο απόφασης γινόταν λόγος μόνο για περιορισμό του αριθμού των θεατών, όχι αποκλεισμό τους.

Η οικονομική στήριξη της πολιτείας προς τις επιχειρήσεις που πλήττονται από τα μέτρα θα παραταθεί, προκειμένου να καλύψει τις νέες ανάγκες. Τα κρατίδια θα έχουν τη δυνατότητα να προσαρμόσουν τη βοήθεια ανάλογα με τις ιδιαίτερες ανάγκες της περιοχής τους.

Επιπλέον, όπως αποκάλυψε χθες η εφημερίδα Bild, η καγκελαρία έχει ήδη δώσει οδηγίες στο υπουργείο Άμυνας και στα ομοσπονδιακά και κρατιδιακά υπουργεία Εσωτερικών, Οικονομίας και Υγείας, για την εκπόνηση σχεδίων λειτουργίας έκτακτης ανάγκης, σε περίπτωση που, λόγω της διασποράς της Όμικρον, μεγάλος αριθμός υπαλλήλων τεθεί σε καραντίνα.

Το Ινστιτούτο Ρόμπερτ Κοχ, αναφερόμενο στην παραλλαγή Όμικρον, αναβάθμισε χθες το βράδυ το επίπεδο κινδύνου για τον γενικό πληθυσμό σε «πολύ υψηλό», ειδικά για όσους δεν έχουν εμβολιαστεί κατά της COVID-19.

Αντίστοιχα, «υψηλός» θεωρείται ο κίνδυνος για όσους έχουν κάνει δύο εμβόλια ή έχουν νοσήσει, ενώ χαρακτηρίζεται «μέτριος» για όσους έχουν λάβει ενισχυτική δόση. Το Ινστιτούτο προειδοποιεί ακόμη για μεγάλη αύξηση του αριθμού των κρουσμάτων και για ταχεία υπερφόρτωση του συστήματος Υγείας. Διευκρινίζει ότι οι ανακοινώσεις του θα χρειαστεί να επικαιροποιηθούν, εφόσον προκύψουν νέα στοιχεία.

Ο υπουργός Υγείας Καρλ Λάουτερμπαχ επανέλαβε και χθες ότι αποκλείεται γενικό lockdown πριν από τα Χριστούγεννα, άφησε ωστόσο ανοιχτό το ενδεχόμενο να επιβληθούν ευρύτεροι περιορισμοί στους ανεμβολίαστους από τον Ιανουάριο, εξαιρώντας το κλείσιμο σχολείων και των επιχειρήσεων εστίασης. Οι αποφάσεις θα εξαρτηθούν από την εξέλιξη της κατάστασης τις προσεχείς εβδομάδες.

Από την άλλη ο εκπρόσωπος των Πρασίνων για θέματα Υγείας Γιάνος Ντάμεν δήλωσε στην Handelsblatt ότι τα εργαλεία που διαθέτουν τα κρατίδια δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση της Όμικρον και πρότεινε την αναστολή λειτουργίας εστιατορίων και κλαμπ. Επιπλέον, τόνισε ότι «ένα πιθανό σενάριο θα ήταν ένα καλά σχεδιασμένο lockdown στις αρχές Ιανουαρίου».

Από τον τρίτο κυβερνητικό εταίρο, τους Φιλελεύθερους (FDP), ο επικεφαλής της Κοινοβουλευτικής Ομάδας Κρίστιαν Ντουρ δήλωσε στο ZDF ότι «θα πρέπει να δούμε τους λογικούς περιορισμούς επαφών, εφόσον είναι απαραίτητοι, αλλά στην παρούσα φάση δεν είναι αναγκαίο lockdown».

Αντιθέτως, ο νέος Γενικός Γραμματέας του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) Λαρς Κλινγκμπάιλ ξεκαθάρισε ότι για τον Ιανουάριο «δεν υπάρχουν κόκκινες γραμμές», αν η νέα παραλλαγή συνεχίσει να εξαπλώνεται και τα μέτρα αποδειχθεί πως δεν επαρκούν.