Το δράµα που ζει σήµερα η Ινδία είναι το πιο εφιαλτικό σενάριο που κλήθηκε να αντιµετωπίσει η ανθρωπότητα όταν ξεκίνησε η πανδηµία, πριν από περίπου ενάµιση χρόνο. Άνθρωποι αφήνουν την τελευταία τους πνοή έξω από τα ασφυκτικά γεµάτα νοσοκοµεία. Γιατροί και νοσηλευτικό προσωπικό βρίσκονται στα όρια της εξάντλησης. Τα κοιµητήρια και τα κρεµατόρια δεν επαρκούν για τους νεκρούς του κοροναϊού. Και οι απελπισµένοι πολίτες καταφεύγουν στη «µαύρη αγορά» για φάρµακα ή οξυγόνο, αλλά και στο ∆ιαδίκτυο για να ζητήσουν βοήθεια.

Η συνεχιζόµενη δοκιµασία του ινδικού λαού στο δεύτερο κύµα της πανδηµίας είναι µια ανθρώπινη τραγωδία σε απίστευτη κλίµακα. Είναι, επίσης, µια προειδοποίηση και ένας εν δυνάµει κίνδυνος για ολόκληρο τον κόσµο.

Τον περασµένο Φεβρουάριο η κυβέρνηση του εθνικιστή Ναρέντρα Μόντι βιάστηκε να ανακοινώσει ότι κέρδισε τη µάχη του κοροναϊού. Επέτρεψε πολύ γρήγορα να ξαναρχίσουν οι µαζικές συγκεντρώσεις, οι προεκλογικές οµιλίες και τα ινδουιστικά φεστιβάλ µε εκατοντάδες χιλιάδες πιστούς. Και εκθείασε… τη γιόγκα ως «προστατευτική ασπίδα» κατά της επιδηµίας.

Και κάπως έτσι, χάρη σε ένα εκρηκτικό «κοκτέιλ» παραγόντων, όπως είναι το παραλλαγµένο και πιο µεταδοτικό στέλεχος του ιού που εντοπίστηκε για πρώτη φορά στην Ινδία, αλλά και το εύθραυστο σύστηµα Υγείας, η ασιατική χώρα «γονάτισε» από την πανδηµία. Πλέον, καταγράφει πάνω από 200.000 νεκρούς και 20 εκατοµµύρια κρούσµατα, µε τους ειδικούς να εκφράζουν φόβους ακόµα και για δεκαπλάσιους αριθµούς.

ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ

Ο κίνδυνος για τον υπόλοιπο κόσµο είναι ότι, όσο µεγαλύτερη είναι η «δεξαµενή των µολύνσεων» παγκοσµίως, τόσο περισσότερες πιθανότητες υπάρχουν να δηµιουργηθούν πιο µεταδοτικές ή ανθεκτικές στα εµβόλια µεταλλάξεις. Στην παγκόσµια µάχη ενάντια στον κοροναϊό η αλυσίδα της ανθρωπότητας είναι τόσο ισχυρή όσο ο πιο αδύναµος κρίκος της. Η εµπειρία της Ινδίας υπενθυµίζει µε δραµατικό τρόπο µια πραγµατικότητα: χωρίς µαζικούς εµβολιασµούς, ο εφιάλτης της πανδηµίας εκτιµάται από ειδικούς ότι µπορεί να επιστρέψει, ακόµα και αν µοιάζει να αποµακρύνεται.

Η χώρα του 1,3 δισ. κατοίκων, η τρίτη µεγαλύτερη φαρµακοβιοµηχανία στον κόσµο, συµβάλλει στην παραγωγή του 3,5% των συνολικών φαρµάκων που εξάγονται παγκοσµίως. Παρασκευάζει εµβόλια και καλύπτει -ή τουλάχιστον κάλυπτε µέχρι πρόσφατα- το 60% των εµβολιαστικών αναγκών παγκοσµίως. Από το τέλος του περασµένου Ιανουαρίου µέχρι τον Μάρτιο, η Ινδία προµήθευε την πρωτοβουλία Covax των Ηνωµένων Εθνών µε 64 εκατοµµύρια δόσεις AstraZeneca, από την οποία εξυπηρετούνται δεκάδες φτωχές χώρες της Αφρικής. Τον Απρίλιο ο αριθµός µειώθηκε δραστικά. ∆εν ευθύνεται µόνο η κατάσταση στην Ινδία γι’ αυτό. Κοµµάτι της θλιβερής πραγµατικότητας του «πολέµου των εµβολίων» βρίσκεται αλλού. Η πρώτη ύλη των εµβολίων προέρχεται από τις ΗΠΑ. Η κυβέρνηση Μπάιντεν, για να καλύψει τις δικές της ανάγκες, περιόρισε τις εξαγωγές, µειώνοντας σηµαντικά την παραγωγική ικανότητα των Ινδών. Η χώρα, σηµειωτέον, φιλοξενεί τον µεγαλύτερο κατασκευαστή εµβολίων στον κόσµο - το Serum Institute. Παρ’ όλα αυτά, υστερεί στο εµβολιαστικό πρόγραµµα, µε λιγότερο από το 10% των πολιτών να έχουν λάβει µέχρι στιγµής την πρώτη δόση.

ΔΡΑΣΤΙΚΕΣ ΛΥΣΕΙΣ

Μέσα σε όλο αυτό το κλίµα, φουντώνει η οργή των πολιτών ενάντια στην κυβέρνηση Μόντι και τις τοπικές Αρχές. Ο έλεγχος των λοιµώξεων απαιτεί πλέον δραστικές λύσεις. Αυτό σηµαίνει επιβολή αυστηρών περιορισµών και σαφή µηνύµατα προς τους πολίτες. Αν και τα lockdowns µεγάλης κλίµακας είναι δύσκολο να επιβληθούν σε µια χώρα µε υψηλά ποσοστά φτώχειας και εκατοµµύρια πλανόδιους εργαζοµένους, πρέπει να τηρηθούν κοινωνικές αποστάσεις, να απαγορευθούν µεγάλες συγκεντρώσεις και να περιοριστούν οι µετακινήσεις.

Ο Μόντι, ωστόσο, όπως και άλλοι λαϊκιστές ηγέτες, όπως ο Ζαΐρ Μπολσονάρο στη Βραζιλία, είναι απρόθυµος να προβεί σε ενέργειες που θα µπορούσαν να υπονοήσουν ότι το σηµερινό χάος οφείλεται σε λάθη της κυβέρνησής του. Η Ινδία είναι µια χώρα «υψηλού κινδύνου» απέναντι στο ενδεχόµενο επιδηµίας. Έχει σχεδόν 1,4 δισεκατοµµύρια κατοίκους που ζουν σε πυκνοκατοικηµένες περιοχές µε «υπερφορτωµένα» δίκτυα και περιορισµένες εγκαταστάσεις υγιεινής, αποµόνωσης και υγειονοµικής περίθαλψης. Οι περισσότεροι δεν έχουν την πολυτέλεια να αποµονωθούν. Περισσότερο από το 90% των εργαζοµένων είναι αυτοαπασχολούµενοι χωρίς δίχτυ κοινωνικής ασφάλισης. Η συντριπτική πλειονότητα βασίζεται στα καθηµερινά κέρδη για την επιβίωση. Το σύστηµα υγειονοµικής περίθαλψης, που υποχρηµατοδοτείται εδώ και δεκαετίες, κατέρρευσε. Η ατµοσφαιρική ρύπανση, που συνδέεται στενά µε πνευµονικές και καρδιακές παθήσεις, φαίνεται πως έπαιξε ρόλο στην έξαρση της πανδηµίας. Το 17,8% του συνόλου των θανάτων στην Ινδία το 2019 προκλήθηκε από τη ρύπανση και το ∆ελχί, που αδυνατεί να περιθάλψει το σύνολο των ασθενών κοροναϊού, είναι η πιο µολυσµένη πρωτεύουσα στον κόσµο.

ΧΑΣΜΑ

Το δεύτερο κύµα της πανδηµίας επιβεβαίωσε το τεράστιο χάσµα µεταξύ πλουσίων και φτωχών στην Ινδία. Ενώ ο κοροναϊός πλήττει τους πάντες, ο αντίκτυπός του στον οικονοµικά αδύναµο πληθυσµό ήταν καταστροφικός. Καθώς οι φτωχοί Ινδοί αγωνίζονται να αποκτήσουν πρόσβαση σε βασικές υγειονοµικές υπηρεσίες, οι πλούσιοι εγκαταλείπουν τη χώρα. Ζάµπλουτοι Ινδοί -που στο πρώτο κύµα της πανδηµίας έγιναν πλουσιότεροι, σύµφωνα µε την Oxfam- ξοδεύουν χιλιάδες δολάρια για να ταξιδέψουν µε ιδιωτικά τζετ στην Ευρώπη, στη Μέση Ανατολή και στον Ινδικό Ωκεανό, σύµφωνα µε το Bloomberg. Οχι µόνο οι εξαιρετικά πλούσιες, αλλά και πλούσιες οικογένειες, που µπορούν να αντέξουν οικονοµικά τα πανάκριβα ναύλα, φεύγουν άρον-άρον. Τουλάχιστον µέχρι πρόσφατα, όταν δεν είχαν επιβληθεί αυστηρές απαγορεύσεις µετακίνησης στους Ινδούς. Ηθοποιοί του Μπόλιγουντ και µεγιστάνες πλήρωναν χιλιάδες δολάρια για τα ταξίδια τους, την ώρα που ένα ποσοστό από 28% έως 65% και 70%, µε βάση το όριο που θέτει η Παγκόσµια Τράπεζα, ζει κάτω από το όριο της φτώχειας.

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ»