«Δυστυχώς, αυτοί που έχουν νοοτροπία πιο βυζαντινή από το Βυζάντιο και πιο δυτική από τη ∆ύση, αλλά αµφισβητούν σε κάθε περίπτωση τις αξίες του λαού, δεν γνωρίζουν την αξία της κληρονοµιάς που µας άφησαν οι πρόγονοί µας (...), κατέστρεψαν τον πολιτισµό µας περισσότερο από τη ∆ύση εκείνοι που έχουν τη δυτική νοοτροπία». Με αυτά τα λόγια, από το εσωτερικό της Αγίας Σοφίας τον Μάρτιο του 2018 ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν περιέγραφε ουσιαστικά το αφήγηµα που µετουσιώνει σε πράξη µεθοδικά, µε το πρόσφατο διάταγµα για µετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τέµενος να επιδρά σε πολλά επίπεδα και να έχει παράλληλες αναγνώσεις.

Ο κοινός τόπος όσων παρακολουθούν την πορεία της γειτονικής χώρας είναι ότι η απόφαση του Ανώτατου ∆ικαστηρίου της Τουρκίας µε την οποία ακυρώθηκε η υπογραφή του Κεµάλ Ατατούρκ στο διάταγµα µε το οποίο η Αγία Σοφία µετατράπηκε από τέµενος σε µουσείο αποτελεί (αρνητική) τοµή όχι µόνο στη µακραίωνη ιστορία του οικουµενικού µνηµείου, αλλά και στην ιστορία της γείτονος. Κι αυτό γιατί ακυρώθηκε η υπογραφή του ανθρώπου που θεωρείται ο θεµελιωτής του σύγχρονου τουρκικού κράτους και αντικαθίσταται από το διάταγµα µε την υπογραφή του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος επιδιώκει να θεµελιώσει ένα νεο-οθωµανικό κράτος στη θέση του κοσµικού κράτους του Κεµάλ. Η Αγία Σοφία θα λειτουργεί ξανά όπως µετά την Αλωση του 1453 και πριν από το 1934.

PARA_1807_008_CMYK_copy


Σημειολογία

Το διάταγµα Ερντογάν µάλιστα ήρθε έπειτα από απόφαση του Ανώτατου ∆ικαστηρίου, η οποία έχει τη δική της σηµειολογία. Το ίδιο τµήµα του δικαστηρίου είχε απορρίψει το αίτηµα δύο φορές, µία το 2005 και µία το 2008, ενώ αντίστοιχη απόφαση έλαβε το 2018 και το Συνταγµατικό ∆ικαστήριο της Τουρκίας, µε την τελευταία εξέλιξη να καταδεικνύει την πλήρη ευθυγράµµιση της τουρκικής ∆ικαιοσύνης µε τις πολιτικές επιδιώξεις Ερντογάν. Η µετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τέµενος µε απόφαση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, πέρα από ιστορική αξία για την Τουρκία, έχει και θρησκευτικές προεκτάσεις. Με τον τρόπο αυτόν «αποκαθίσταται», εκτός από το οθωµανικό παρελθόν της Κωνσταντινούπολης, κόντρα στο κεµαλικό κοσµικό κράτος, και ένας τρίτος πυλώνας για τον ισλαµικό κόσµο, µετά τη Μέκκα της Σαουδικής Αραβίας και το τέµενος Αλ Ακσα της Ιερουσαλήµ.

PARA_1807_009_CMYK_copy


Η Τουρκία διεκδικεί ακόµα πιο εµφατικά τον ρόλο της περιφερειακής υπερδύναµης, µε ηγετική θέση στον µουσουλµανικό κόσµο, µε µια απόφαση που ελήφθη κόντρα σε όλο τον δυτικό κόσµο, φορείς όπως η UNESCO, δυνάµεις όπως οι ΗΠΑ και η Ρωσία και κόντρα σε όλους τους χριστιανούς, µε τον διαχωρισµό απέναντι σε καθετί δυτικό και αλλόδοξο να είναι κάτι παραπάνω από προφανής.

Σε κρίση

Οι προκλητικές αυτές κινήσεις του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, σύµφωνα µε διεθνείς αναλυτές, αντηχούν και στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό της Τουρκίας, σε µια περίοδο που χαρακτηρίζεται δύσκολη, ειδικά µετά την πανδηµία του κοροναϊού.

Οι θρησκευτικές προεκτάσεις και τα σοβαρά εσωτερικά προβλήματα, που ψάχνουν «αντίδοτο»
Την ώρα που η τουρκική οικονοµία περνάει παρατεταµένη κρίση, η δηµοφιλία του Τούρκου προέδρου και του Κόµµατος ∆ικαιοσύνης και Ανάπτυξης δέχεται µεγάλο πλήγµα. Η κάµψη για το κόµµα του Ταγίπ Ερντογάν, όπως αποτυπώθηκε στην ήττα που υπέστησαν οι υποψήφιοί του στις δηµοτικές εκλογές του 2019 στους µεγάλους δήµους της Κωνσταντινούπολης και της Αγκυρας, συνεχίζεται και στις δηµοσκοπήσεις της τελευταίας περιόδου.

Το Κόµµα ∆ικαιοσύνης και Ανάπτυξης, δύο χρόνια µετά τις βουλευτικές εκλογές του 2018 και το 42% που έλαβε, εµφανίζεται να χάνει πάνω από 10 ποσοστιαίες µονάδες, θέτοντας εν αµφιβόλω το συγκεντρωτικό, προσωποπαγές σύστηµα που εφαρµόζει ο Τούρκος πρόεδρος.

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, όπως επισηµαίνουν αναλυτές, εργαλειοποιεί την Αγία Σοφία τόσο για να εκτονώσει προβλήµατα που αντιµετωπίζει στο εσωτερικό της χώρας του όσο και για να ισχυροποιηθεί σε διεθνές επίπεδο, πάντα προσηλωµένος στο δόγµα του αναθεωρητισµού και πολύ µακριά από τη διεθνή νοµιµότητα, την οποία περιφρονεί σε όλες τις πτυχές της.