ΗΑθήνα δεν αξιολογεί πλέον τις κινήσεις της Αγκυρας σε σχέση με εσωτερικές υποθέσεις της Τουρκίας. Η ελληνική διπλωματία και το υπουργείο Εθνικής Αμυνας δεν αλλάζουν σε τίποτε τις δικές τους κινήσεις και τα δικά τους συμπεράσματα, εξαιτίας υποθέσεων όπως είναι η παραίτηση του Τούρκου ναυάρχου Τζ. Γιαϊτζί και η άσχημη οικονομική κατάσταση της Τουρκίας.

Από κυβερνητικές πηγές αναφέρεται ότι στη σημερινή φάση των εξελίξεων η ελληνική πλευρά έχει ως δεδομένα την εντεινόμενη επιθετικότητα της Αγκυρας στο Αιγαίο και την προσπάθεια του Ερντογάν να εμπλέξει τη Λιβύη του Σάρατζ στο ενδεχόμενο της διεξαγωγής ερευνών στην υφαλοκρηπίδα της Κρήτης, όπου η Ελλάδα έχει σηκώσει «αμυντικό φράκτη». Κατά τις ίδιες πηγές, η ελληνική κυβέρνηση είναι πεπεισμένη ότι η Αγκυρα θα κάνει ό,τι το δυνατόν προκειμένου, ασκώντας ασφυκτική στρατιωτική πίεση προς την Ελλάδα με προκλήσεις και «επεισόδια» στη θάλασσα, να τη φέρει σε θέση τέτοια, ώστε η Αθήνα να μπει στον δρόμο ενός πολιτικού διαλόγου με την Τουρκία για θέματα κυριαρχι κών δικαιωμάτων στο πεδίο της «γαλάζιας πατρίδας» του ισλαμικού καθεστώτος Ερντογάν. Η τουρκική πρόθεση είναι σαφής: Να «αποδείξει» η Αγκυρα στην Αθήνα ότι έναντι της Τουρκίας δεν διαθέτει τη στρατιωτική ισχύ που της χρειάζεται για να δώσει δύναμη στη διπλωματία της. Δίπλα σε αυτό, ο Ερντογάν επιχειρεί να κάμψει το ηθικό της Αθήνας με την προπαγάνδα μιας πιστής σε αυτόν «δημοσιογραφίας» που μεταφέρει στο κοινό την «πληροφορία» ότι η Τουρκία σκοπεύει να διεκδικήσει εδάφη της Ελλάδας στη Δυτική Θράκη, στην Κρήτη και στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου.

Η κυβέρνηση του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη δεν διακρίνεται ότι διατηρεί αυταπάτες. Θεωρεί ότι η Αγκυρα διαρκώς παρεμποδίζει τη δημιουργία ενός κλίματος «εμπιστοσύνης» στο Αιγαίο με από κοινού συμφωνημένα μέτρα, αφού όχι μόνο πυκνώνει εντυπωσιακά τις παραβιάσεις εναέριου χώρου, αλλά προχωρά και σε όλο και περισσότερες πτήσεις αεροσκαφών της πάνω από ελληνικά εδάφη. Εκτιμάται, δε, στην Αθήνα ότι η υποχώρηση των στρατευμάτων του Χάφταρ από την περιοχή των Τουρκοτζιχαντιστών της Τρίπολης θα ενθαρρύνει τον Ερντογάν για αύξηση της πίεσης προς τη χώρα μας. Ελληνες διπλωμάτες αναφέρουν ότι ο Ερντογάν βιάζεται να «λυγίσει» την ελληνική πλευρά πριν «ξυπνήσει» και δραστηριοποιηθεί με συγκεκριμένες ενέργειες η ημιπαράλυτη σήμερα Ευρωπαϊκή Ενωση, που καταδικάζει μόνο στα λόγια έως τώρα τις έκνομες συμπεριφορές της Τουρκίας και πριν αλλάξει την «ουδέτερη» στάση της η πολιτική της προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ, τον οποίο «πολιορκεί» τώρα από πλευράς επιρροής ο Ερντογάν. Η Αθήνα εισπράττει, βέβαια, τις διαβεβαιώσεις του Στ. Ντιπάρτμεντ για τη σταθερότητα των συμμαχικών σχέσεων Ελλάδας ΗΠΑ, αλλά αυτό δεν την καθησυχάζει.

ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΟΖ

Η ελληνική διπλωματία, από την πλευρά της, δυσκολεύει την Αγκυρα με τις συνεργασίες της με Γαλλία, Αίγυπτο, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και Ισραήλ και, παραλλήλως, βιάζεται να προχωρήσει την υπόθεση της οριοθέτησης ΑΟΖ με το Κάιρο. Στο κέντρο των προσπαθειών που καταβάλλει η ελληνική πλευρά για την ακύρωση των σχεδίων της Αγκυρας, που στόχο έχουν και τη συρρίκνωση της ναυτικής δύναμης των Ελλήνων σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο, είναι η ενίσχυση του Πολεμικού Ναυτικού πρώτιστα με σύγχρονα σκάφη επιφανείας.Ολες αυτές οι υποθέσεις κρίνεται ότι, εξελισσόμενες, θα ενισχύουν τη θέση της Ελλάδας στο γεωπολιτικό και στρατιωτικό περιβάλλον της και θα καθιστούν δυσχερέστερες τις προσπάθειες του ισλαμιστή Ερντογάν για «πολεμικές περιπέτειες» με τη χώρα μας. Ας σημειωθεί ότι, παρά τις «περίεργες» φιλοτουρκικές διαθέσεις του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ, κ. Στόλτενμπεργκ, η Αθήνα εκτιμά ότι οι προσπάθειές της να «ξυπνήσει» το ΝΑΤΟ θα έχουν αποτέλεσμα προσεχώς.

Απασχολεί ιδιαίτερα, επίσης, την Αθήνα το ζήτημα των προσπαθειών του Γάλλου προέδρου, Εμανουέλ Μακρόν, για μια αποκατάσταση των σχέσεων της Ευρωπαϊκής Ενωσης με τη Ρωσία. Η Γαλλία είναι συμμαχική χώρα της Ελλάδας στη Μεσόγειο και εχθρική προς την πολιτική Ερντογάν και τους Τουρκοτζιχαντιστές, ενώ, την ίδια ώρα, η Μόσχα έχει ενεργό ρόλο και στην Εγγύς Ανατολή και «άποψη» για τις εξελίξεις στην πετρελαιοφόρο Λιβύη. Η Αθήνα σήμερα συμφωνεί με την πολιτική του προέδρου Μακρόν και επιθυμεί να καλύψει, κατά το δυνατόν, τα κενά που δημιουργήθηκαν στις ελληνορωσικές σχέσεις εξαιτίας αποφάσεων του επί κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ υπουργού Εξωτερικών, κ. Ν. Κοτζιά, το 2018. Ήδη, έχουν γίνει κάποιες προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση από τη σημερινή κυβέρνηση. Από τη στιγμή που η Ρωσία συνεργάζεται με την Τουρκία και συμμετέχει και αυτή με τον δικό της τρόπο στην «αναμόρφωση» της γεωπολιτικής στη Μεσόγειο, η Ελλάδα οδηγείται εκ των πραγμάτων σε μια προσπάθεια για «ανανέωση» των ελληνορωσικών σχέσεων, σε θέματα υψηλής πολιτικής.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παραπολιτικά το Σάββατο 23 Μαΐου